λόλα να ενα lap topi

Αξημέρωτες σκιές, γουλιές, δίπλα, δάχτυλα, απέναντι. Αντικείμενα και υποκείμενα, καθιερωμένες ιεροτελεστίες μιας κανονικής μέρας. Mέτριος σε μπλε φλυτζάνι, έξω από το παράθυρο ακόμα σκοτάδι, η Ξ περιορισμένη στα υπόλοιπα μισά από τα λίγα μέτρα που αναλογούν στα διαφορετικά τελετουργικά μας διαβάζει city press. Και το φτηνό πια παρωχημένο έγινε, η εξουσία του τσάμπα και η κυριαρχία της στο μυαλό μας όλο και πιο συντριπτική γίνεται όσο ζορίζουν τα πράγματα.

Στον διάδρομο άχνα, στους θαλάμους άπνοια, καμια ώρα περίπου ακόμη για να αρχίσουν παντού οι αέρηδες αν όλα πάνε σύμφωνα με τις προβλέψεις, on, κλικ, welcome, πρόσβαση τοπική. “Από το κακό στο χειρότερο..” μουρμουρίζει και είναι παράξενο αλλά πάνω στο ίδιο ακριβώς υλικό των γραφείων διαφορετικό ήχο κάνει το κίτρινο φλυτζάνι της. Κλικ κλικ, πρόσβαση διαπλανητική, σύνδεση με όλα τα διαθέσιμα σε φλυτζάνια και γραφεία χρώματα και υλικά.  “Ήθελα να ΄ξερα τι διαβάζεις με την τσίμπλα στο μάτι, εμένα με ζαλίζουν οι οθόνες”, “πάνω κάτω τα ίδια μ΄εσένα για αρχή αλλά δε μ΄αρέσει να λερώνω και τα χέρια μου πρωί πρωί, πάλι τσακωθήκατε με τον Γ χθες ε?” “..όρεξη που την έχεις, το είδες αυτό με τη δασκάλα στο facebook? κι άνοιξε κι άλλο λίγο το παράθυρο θα πνιγούμε στον καπνό σου, ε πως να μην τσακωθούμε κάνει λες και τόσα χρόνια δεν το ξέρει πως καθημερινές δε θέλω κόσμο σπίτι“.

Παράθυρο, παράθυρα, έξι new messages, τζούρα, πέντε νέα email, γουλιά, ταξινόμηση οι σημαντικές ενημερώσεις πρώτα. Κρίσιμες οικονομικές αναλύσεις. Δείκτες ανεργίας + ισοζύγια απόγνωσης = (πρωτογενή πλεονάσματα μοναξιάς – αποθέματα καθαρόαιμης ανίας). Υποτιμήσεις. Δασκάλες αποπλανούν ανήλικους όσο πάσχοντες αθεράπευτα, υπουργοί που μαζεύουν tweets αντί για έσοδα και ερασιτέχνες πωλητές λύσεων, αλληλεγγύης και λησμονιάς παραμένουν πιστοί στα δικά τους νόμιμα φετίχ. Από mature μέχρι granny και σήμερα οι αποπλανηθέντες ψηφοφόροι της απανταχού ελπίδας. Υπερτιμήσεις. Αυτά παθαίνει κανείς αν δεν το πάρει απόφαση νωρίς πως για τα πιο δύσκολα από τα μαθήματά του πάντα μόνος του θα προετοιμάζεται.

Εισερχόμενο από την Σ  αναγγέλει ηρωικές εξόδους πάσης φύσεως. “Τελικά δεν θα ξαναβγώ μαζί του. Και μη μου πεις πως μου το ‘ χες πει και με τσαντίσεις κι άλλο, ήθελα μόνο να βεβαιωθώ. Πως δεν μπορεί να είναι όλα τόσο τέλεια, τα απωθημένα μου μέσα.. Το βράδυ σας περιμένω κατά τις 9.00..” Σε γενικές γραμμές είμαι εκ του προλόγου φυσιογνωμίστρια. Οι εντυπώσεις του πρώτου καιρού για οποιονδήποτε διασταυρώθηκαν οι ματιές μας ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν στη διαδρομή. Καλές ή κακές. Από ανθρώπους του στενού μου κύκλου μέχρι τον περιπτερά. Μετά από μερικά πακέτα συνήθως ξέρω αν και η  καλημέρα του είναι μέρος της εξάρτησής μου και ασχέτως που αν όταν βαριέμαι να περπατήσω λίγο παραπάνω συνεχίζω να τα παίρνω από εκεί κι ας μην είναι. Το ξέρω όμως. Κι ας συνεχίζω. Χωρίς για τίποτα να θέλω να βεβαιωθώ. Απλώς επειδή βαριέμαι να πάω παρακάτω. Είπε να μην την τσαντίσω. Όταν υποστηρίζεις πως διαβάζεις καλό είναι να το κάνεις και με τα δυο αυτιά σου ανοιχτά, είτε έχεις απέναντί σου αυτόν που σου μιλά είτε όχι. Τουλάχιστον να προσπαθείς.  Να μην αγνοείς αυτά ακριβώς που σου λέει για χάρη των πιθανών δικών σου ερμηνειών. “oκ, το βράδυ θα εμβαθύνουμε και σ΄αυτήν την απώλεια, μαγείρεψε τίποτα της προκοπής γκώσαμε πια με τα νερόβραστα σου, κρασί θα φέρουμε εμείς..” 

Γουλιά, μπλε ψιθύρισμα πάνω στο γραφείο, τσαφ, “έλεος πια με τον καπνό σου“, κίτρινος πάταγος.  “Εφτιαξε κι ο γιός μου profil στο facebook, δεν μας έφταναν τα τουιτ τουιτ κάθε τόσο στο κινητό του, μάγια σας έχουν κάνει πια αυτά τα κωλολαικ.. ίσως σήμερα φύγω λίγο νωρίτερα, το βράδυ έχω τελικά τραπέζι στο σόι του.. καλά είδες τα καινούργια με τις περικοπές?  θα μας πεθάνουν πριν την ώρα μας αυτοί οι αλήτες, μ΄ακούς παιδί μου ή πάλι ταξιδεύεις? δε μου λες, εσύ βλέπεις να έχω παχύνει?”  Και με την Ξ, φυσιογνωμίστρια από την πρώτη ώρα υπήρξα.  Ο αντιποδάς μου σε πολλά, ο αντιποδάς της στα υπόλοιπα, άσπρο μαύρο, κίτρινο μπλε και το έχουμε πια τόσο συζητήσει που χορτάσαμε και οι δυο από ισοπαλίες.  “Με τον καιρό ίσως αλλάξεις γνώμη για μένα” μου είπε κάποια φορά. Όχι. Τόσα χρόνια στο ίδιο λευκό κλουβί -κι ας μείνουν για πάντα τα φλυτζάνια μας αντίθετα ποτέ συμπληρωματικά- ποτέ δεν θα αλλάξω την πιο πολύτιμη γνώμη μου για εκείνη.  Άνθρωπος κανονικός. Από εκείνους που δεν μου ταιριάζει μεν ο τρόπος που αντιμετωπίζουν και μοιράζονται την κανονικότητά τους, όπως ούτε και εκείνων ο δικός μου φυσικά, αλλά το γεγονός παραμένει. Συνοθυλεύματα όλοι μας από άφθαρτους φόβους που για λίγο, τόσο λίγο, φιλοξενούνται και εξουσιάζονται από εντελώς φθαρτά σώματα. Σαν εκείνα που όπου να ΄ναι θα ξυπνήσουν στους θαλάμους.  Άνθρωποι φυσιολογικοί. Λάθη, εξάρσεις, εξαρτήσεις, εμμονές, ανασφάλειες, πάνω, κάτω, χρόνος. Ένα κορμί, ένα κουβάρι.

“Τρία νέα αιτήματα “φιλίας”.  Κλικ,  “πληροφορίες”,  ποιήματα άνευ ποίησης, καλέσματα, κελεύσματα, o χρήστης επισημάνθηκε..“, όμορφα λόγια, ωραίες λέξεις, καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, “επιβεβαιώστε, όχι τώρα“, κλικ. Με τι κριτήρια μπορεί να παραμένει  κανείς φυσιογνωμιστής και πίσω από μια οθόνη? Με τα ίδια. Λάθη, εξάρσεις, εξαρτήσεις, εμμονές, ανασφάλειες, πάνω, κάτω, χρόνος. Στο ίδιο κουβάρι. Μετά από μερικά πακέτα που καπνίζεις και στην οθόνη μπροστά, μπορείς να ξεχωρίσεις το κανονικό. Ταιριάζει ή όχι με το δικό σου άλλο καπέλο, αλλά μπορείς. Ακόμη κι όταν να προσδιορίσεις ακριβώς το μη κανονικό που απειλεί να σε καπελώσει,  φυσικά και δεν μπορείς. “Πρόσωπα που εμπνέουν τον χρήστη, βιβλία, μουσικές..”. Βαριά ονόματα, βαριά νοήματα, ενδιαφέροντα με αυξημένο δείκτη κοινής αποδοχής. Πόνος και κατανόηση για κάθε αδικία, σοφός αντίλογος σε όλα του γιαλού τα στραβά, λόγια ευγενικά, νόστιμες συνταγές για κάθε πείνα.  Πανέμορφα ξετυλιγμένα κουβάρια, μηδέν κόμποι σε χιλιόμετρα νήμα.  Κρίμα, χαμένες θα πάνε οι υπέροχες μουσικές.

Κλικ “πληροφορίες”, λαϊκισμοί ποικίλων αποχρώσεων περί του δημοσίου βίου, αστεισμοί εκεί που αστεία δεν χωράνε για του διπλανού τα βιώματα ή τρελαμένες ορμόνες που έχασαν τον δρόμο τους και περιπλανιούνται σε δημόσιες λεωφόρους. Εδώ το like ή όχι ακόμη πιο υποδεέστερη  ασημαντότητα, κανένας δεν όρισε κανέναν εισαγγελέα ηθικής στου άλλου τα ανεκπλήρωτα όνειρα, όμως το αισθησιακό όπως και να το κάνεις θέλει και λίγο ημίφως. Διαφορετικά, κρίμα και ανοησία μεγάλη να το κρεμάς στα μανταλάκια δωρεάν μέρα μεσημέρι χωρίς να μπαίνει και τίποτα στην τσέπη σου, τέτοιες δύσκολες εποχές.
Κλικ, κλικ  κι άλλη ποίηση κι άλλη αλληλεγγύη, όλα καλοβαλμένα, ιδεώδη ευγενικά και ευγενώς ιδανικά.  Επιμέρους γούστα διάφορα, διαφορετικά, μηδενικής αξίας και βάρους για το αν γενικά θα “επιβεβαιώσεις“. Ασήμαντες αν και πρωτοκλασάτες λεπτομέρειες. Απ΄αυτές που το εστέτ σύνολο που δημιουργούν έχει ίσως κάποια αξία μόνο όταν διαλέγεις ποτήρι για το ποτό και αξεσουάρ για το ντυσιμό σου, όχι όταν αναρωτιέσαι πως ακριβώς να αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά και πόσο σφίγγεται το στομάχι όταν κάποιος λέει ή περιγράφει αντίο, βοήθεια, μαζί, τέλος, καλημέρα.

Τόση ποίηση, τόσο νοιάξιμο, τόσο σωστό, ό,τι μπορεί να ΄ναι και σε όποια γνωμάτευση να υπόκεινται και να ταιριάζουν γάντι, πάντως στο κουστούμι του κανονικού ή ασφυκτιούν ή κολυμπούν. Τόσο αλάνθαστες αγιογραφίες εαυτών και βίων, απαιτούν χρόνο και κόπο πολύ για να συντηρηθούν και όταν την επιλέγουν πλάσματα εκ φύσεως φυγόπονα και εφήμερα σε καμιά πληροφορία δεν υπάρχει status σταθερό,  γήινο,  για να πατήσεις και χρήσιμο και βολικότερο είναι όχι μόνο με τους φίλους αλλά και με τους “φίλους” σου από τον ίδιο πλανήτη να προέρχεσαι. Tι λοιπόν να επιβεβαιώσεις?  Την ικανότητα του επιτελείου του αρχηγού να τον χρήσει άξιο για  προεκλογικά μπαλκόνια?
Σαν να αγοράζεις τη μάρκα σου μεν αλλά από έναν περιπτερά που σου δίνει πακέτο και ρέστα μόνιμα με την πλάτη γυρισμένη.  Ο ορισμός του fake και συσπάσεις από face πίσω από  καμιά λέξη, από καμιά αναπνοή. Ένα βιολί που παίζει μονότονα ίδια από την ώρα δημιουργίας του avatar, όποιο σκοπό κι αν έχει διαλέξει. Να συμπαρασταθεί σε όλους ως άνθρωπος φιλάνθρωπος, να μεταλαμπαδεύσει τις διακηρύξεις του κόμματος, απλώς να διηγηθεί η ώρα να περάσει, να κλαφτεί ή να περιγελάσει. Ίσιες διαδρομές. Ολόισιες. Αίσθηση χιλιομέτρων ατέλειωτων στην εθνική, όσα μαγικά μονοπάτια και στροφές κι αν περιγράφουν οι λέξεις. Flat. Όλα. Όλα σωστά, όλα στοιχισμένα, όλα σωστά στοιχισμένα. Ή όλα ευτυχισμένα ή όλα δυστυχισμένα, ανάλογα με την απόχρωση του avatar. Μηδέν ατόπημα, μηδέν παραλήρημα, μηδέν τρακάρισμα που να μην καλύπτει η αρχική ασφάλεια προσφορά που περιλαμβανόταν στην εγγύηση. Ούτε καν γρατζούνισμα, σε χρόνων διαδρομές. Παράλογο. Αφύσικο να μην ξεχνάς έστω κάποιες στιγμές πως υπάρχουν θεατές, αν μέσα σου είσαι πραγματικά στην πλατεία και όχι στο σανίδι.

Κλικ, “επιβεβαιώστε, όχι τώρα”, κλικ ούτε τώρα ούτε ποτέ, κλικ κλικ και μακάρι και ποτέ μια αναβάθμιση του συστήματος να μην τα φέρει όλα πίσω, να μην με αναγκάσει οπωσδήποτε να επιλέξω,  να μη μου τρίψει στη μούρη πως ποτέ μα ποτέ ο τρόπος, ούτε καν το είδος της πρόθεσης παρά μόνο η αλήθεια του καλού ή του κακού της έχει τελικά αξία και να με υποχρεώσει ανάμεσα στην ποιητική μυρωδιά του “κάτι δεν πάει καλά, κάτι λείπει από το κουβάρι”  και σε όλα τα άλλα, πανηγυρικά να αθωώσω και την ανοησία και τις ορμόνες και μόνο με το ελαφρυντικό του ακούσιου παρορμητισμού.

Κλεφτή ματιά στο ρολόι, ξημέρωσε, έξω αρχίζει ήδη να φυσά, γουλιά, πόρτα, “πως είναι σήμερα τα κορίτσια?” “όπως κάθε μέρα ρε Π,” απαντάει και για τις δυό μας η Ξ, “βλέπω πάλι πάει σύννεφο η ενημέρωση” “ναι αναμοχλεύουμε και επικαιροποιούμε τα χάλια μας”, συνεχίζουν την κουβέντα τους. Δεν μιλάω, “καλά ρε εσύ το είδες αυτό με τη δασκάλα?”,  τώρα υποχρεωτικά πρέπει να μιλήσω.
Στην real life δεν είναι πάντα διαθέσιμη η λυτρωτική ευχέρεια μ΄ένα βουβό κλικ να απαντήσεις “όχι τώρα” στα αιτήματα για διάλογο και αν δεν είσαι ιδιαίτερα κοινωνικός και εύκολος στις εύκολες σχέσεις με τους ανθρώπους αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματά της και μια από τις πιο βαθιές λακούβες που έχει καμουφλάρει με το μαγικό δίχτυ της ασφάλειας και της αυτοδιάθεσης της διάθεσης της κάθε σου στιγμής η άλλη η εικονική ζωή.
“Εσείς να προσέχετε που έχετε παιδιά” λέω,  “δε λες τίποτα..” ξεκινά τον μονόλογό του ο Π και ατσίτωτο μένει το πρόσωπο όσο από το στόμα του παρευλάνουν κρίσεις, επικρίσεις, ευθύνες και αιτιάσεις κι όσο περνά από το ένα θέμα στο άλλο όλο και λιγοστεύει ο αέρας γύρω, όλα ασφυκτιούν, πνίγονται από θύτες πολιτικούς και  κοινωνικούς, θωρίες και ανθρωπιές για όλης της γης τα θύματα. Όλα στις σωστές δοσολογίες βγαίνουν από το στόμα του, στην ευθεία ζυγισμένα. Σκιαχτικές παρελάσεις. Από εκείνες που όλα τα χέρια την ίδια στιγμή σηκώνονται και στο ίδιο ακριβώς ύψος όλα φτάνουν, κανένα δεν ξεφεύγει από την γραμμή, όλα τα βήματα πιστά ίδια σε ό,τι κι αν δίνει τον ρυθμό, μηδέν παραστράτημα, μηδέν παράκαμψη.
Σε λίγο θα ξεκινήσει και η δική του μέρα στους διαδρόμους και απόλυτα επικερδής θα κριθεί και αυτό το δεκάωρο στη λήξη του και στον πραγματικό και στον εικονικό του κόσμο. Πόρτα χειρουργείου δεν κλείνει και οι προβολείς δεν ανάβουν αν ο Π δεν εισπράξει την ταρίφα του, μεγαλύτερο στήριγμα και αρχιτέκτονα από το πρόσωπό του όλες οι ηγεσίες του νοσοκομείου σ΄όλες τις αποφάσεις κατεδάφισης ποτέ δεν βρήκαν. Το αδιαχώρητο στο profil του από αλληλεγγύη, διανόηση, όμορφες λέξεις και προτροπές προς στο μισό σύμπαν για να προβληματιστεί,  να μορφωθεί κι αφού νοιαστεί και συνηδειτοποιηθεί, το άλλο μισό να σώσει.

Σαν μερικά κείμενα στην οθόνη πνιγμένα στο συναίσθημα διαβάζονται οι λέξεις του. Κάθε είδους συναίσθημα και σε δόσεις που θεωρητικά μπορούν και τον πιο αναίσθητο σε ντοπαρίσματα να σκοτώσουν. Λέξεις αψεγάδιαστες, εκπληκτική σύνταξη και καταιγίδα τα καλολογικά και λογοτεχνικά στοιχεία κι όμως η τελευταία τελεία εντελώς στεγνό σε βρίσκει. Το δια ταύτα της αιτίας δεν σε ακουμπά, εκτροχιάζεται στη διαδρομή και ποτέ δε φτάνει μέχρι εσένα, για να μπορεί η κανονικότητά σου να αποφασίσει αν της κάνει ή όχι εκείνη της πηγή του. Λέξεις, μονόλογοι, διάλογοι, όλα στεγνά, αδιάβροχα, αδιαπέραστα. Σαν του Π όταν σε λίγο θα πει σε κάποιον “τα καταφέραμε αν και ήταν δύσκολο πολύ, πάρα πολύ.. σας ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ..” και μετά θα γυρίσει στο  γραφείο και θα τιμήσει με “επιβεβαίωση” καμιά δεκαριά ακόμη ενήλικους που ακόμη δεν μπούχτισαν να αποπλανούνται από φωτοστέφανα και εξωγήινους θεούς,  που ακόμη νομίζουν την ζωή για  διαγώνισμα με κοινά για όλους θέματα και ψάχνουν ποιος μπορεί να έχει έτοιμες τις απαντήσεις στα πιο καίρια και επίκαιρα sos.

“Μπορώ να έχω εδώ το laptop μου, δεν την μπορώ την τηλεόραση?” με ρώτησε προχτές μια πιτσιρίκα είκοσι χρονών στο 309. Ζακχαρώδης διαβήτης και καρδιακή ανεπάρκεια θα την κρατήσουν εκεί παραπάνω από είκοσι νύχτες και από το εξιτήριο μέχρι την επόμενη εισαγωγή δεν θα περάσει και πολύς καιρός. “Φυσικά..”. Οι μπρίζες δίπλα και σ΄αυτά τα κρεβάτια και τις πολυθρόνες,  προορισμένες είναι για κάθε είδους αναπνευστήρες και ανάσες μηχανικές. Το οξυγόνο να μην κοπεί  μέχρι ξανά να υπάρξει φυσικός αέρας είναι το πρωταρχικό ζητούμενο, όχι το είδος της συσκευής. “Διαβάζει γρήγορα και βαριέται εύκολα. Για να μείνει απασχολημένη και να ξεχνιέται με βιβλία χρειάζομαι αρκετά κάθε μέρα και δεν τα έχω” μου απολογήθηκε λίγο αργότερα η μητέρα της στο γραφείο. Εκεί φτάσαμε, να χρωστάμε εξηγήσεις για τα αυτονόητα και για τον θρίαμβο της ευκαιρίας του τσάμπα, πολλές φορές, να φωτίζει αληθινά εντελώς άδικα σκοτάδια.
Περασμένα μεσάνυχτα με ανοιχτό μόνο το μικρό φως πάνω από το κρεβάτι της, την βρήκα να διαβάζει αυτό. “Είναι και μικρά τα γράμματα και κουράζονται λίγο τα μάτια μου, αλλά μου αρέσει και δεν έχω ύπνο..” μου ψιθύρισαν όσο πιο σιγά μπορούσαν για να μην ξυπνήσουν κανέναν γύρω οι κουρασμένες της λέξεις και μόνο ένα εξαντλημένο χαμόγελο από εκείνα που για να τα αντιγυρίσεις ισοδύναμα να κλάψεις, να ραγίσεις πρέπει, ούρλιαζε “κουράστηκα να πεθαίνω”. “Περίμενε μια στιγμή..“, κλικ κλικ “..ξεκουράσου λίγο μ΄αυτό ίσως και να αποκοιμηθείς“.

Μπροστά στο τελευταίο κρεβάτι στη γωνία, η τηλεόραση έχει μείνει χωρίς ήχο ανοιχτή σε μια από εκείνες τις μεταμεσονύχτιες πολιτικές αναλύσεις που μετά την πρώτη μισή ώρα μπορούν και τον πιο υγιή να μετατρέψουν σε νεκροζώντανο και μετά τις τρεις που συνολικά διαρκούν, νεκρός ή ακόμη ζωντανός, βήμα ουσίας δεν έχει κάνει μπρος η αρχική πληροφορία σου “ναι έχουμε πρόβλημα“. Ένας ογδοντάχρονος που “ετών ογδόντα..” θα γράφει σε λίγες μέρες δίπλα στο όνομά του το βιβλίο συμβάντων ροχαλίζει ήδη και μια ηλικιωμένη γυναίκα στην καρέκλα δίπλα του έχει και εκείνη αποκοιμηθεί με το κεφάλι της γερμένο στο κενό και το ένα της χέρι ξεχασμένο πάνω στο κρεβάτι. Κρίμα. Κρίμα που εκείνοι δεν ξέρουν καν τι είναι laptop και σύνδεση, που δεν έχουν καμιά σχέση μ΄αυτή την εικονική ζωή και που τους κοίμισε νωρίς η τηλεόραση. Ήθελα πολύ να τους έδειχνα και να τους διάβαζα αυτό όμως δεν πειράζει.  Σε κάποιους άλλους, άλλη φορά. Τέτοια favorites, σφραγισμένα από κανονικούς e ανθρώπους, ποτέ δεν πάνε χαμένα. Πάντα θα βρίσκονται κεφάλια, στομάχια, μάτια, εκεί, έξω από τις οθόνες, έτοιμα να νοιώσουν τη στιγμή που θα τα ανακαλύψουν πως για εκείνα και μόνο για εκείνα και το δικό τους σφίξιμο την συγκεκριμένη στιγμή έχουν γραφτεί. Κάποιοι, σ΄αυτόν τον εικονικό κόσμο, είναι καταδικασμένοι να μείνουν για πάντα τόσο κανονικά συνοθυλεύματα φυσιολογικών ανθρώπων που και σαν αστείο να επιχειρούσαν να υπηρετήσουν το κουβάρι του avatar κι όχι εκείνο του εμπνευστή του, οικτρά αστεία θα ήταν και η αποτυχία της προσπάθειας.

Ο ήχος ενός sms μόλις που ακούγεται πίσω από τον θόρυβο της πόρτας που κλείνει ο Π και το μουρμουριστό “ρε άντε κι εσύ πρωί πρωί φασίστα ανθρωπιστή” της Ξ. “..Κοιμόσουν δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, χαμογελούσες, κάτι όμορφο έβλεπες στον ύπνο σου. Έχουν  ήδη βγει δύο έκτακτα και ιδέα δεν έχω πόσο θα τραβήξει και σήμερα, το βράδυ ίσως προλάβω να έρθω κι εγώ. Αν όχι μη σφουγγαρίζεις αύριο πατώματα με τα μούτρα σου και μου σπάσεις τα νεύρα, όταν δεν χαμογελάς είσαι κακάσχημη και είναι κολλητικό, όταν με παρατήσεις δεν θα με θέλει καμια. Τι έβλεπες? φιλιά..” “..πως μια μέρα χώρεσαν, λέει, και των δυό μας οι νύχτες στην ίδια νύχτα έβλεπα, όταν δεν λες από την αρχή δεν θα προλάβω να΄ρθω κι αρχίζεις με τα “ίσως” έρχονται μόνα τους τα πατώματα στα μούτρα μου, σ΄εκείνα όχι σε μένα να το χρεώσεις που καμιά δεν θα σε θέλει, ναι? δεν αντέχει η μέση μου μεγάλη γυναίκα άλλες ενοχές, φιλιά στα δικά σου μούτρα..”  Γραπτός λόγος. Υποχρεωτική ανάγκη για να καλύπτεις αποστάσεις. Με το μέσα σου κυρίως. Κάποιοι υποστηρίζουν πως μερικά δεν γράφονται. Μόνο λέγονται. Τα πιο τολμηρά, ίσως. Αυτά που δεν τρέμουν μήπως και ο ήχος της φωνής τους φανερώσει τις πραγματικές αποστάσεις ή τις εκμηδενίσει.

Κι έπειτα έχεις αυτόν να ρωτάει γιατί να συνεχίσει να γράφει. Γιατί οι λέξεις στις μέρες μας ενώνονται πιο γρήγορα από τις φωνές και τα ποτήρια και εξαφανίζουν τις αποστάσεις. Γιατί είναι αμέτρητα τα 309 και άλλοι τόσοι εκείνοι που πια δεν έχουν για βιβλία και σε λίγο δεν θα έχουν ούτε για περιοδικά. Γιατί σε μερικές βάρδιες, μέσα ή έξω από το σπίτι, όπου κι αν ο καθένας τραβά κουπί, μέρα ή νύχτα, στο φως ή στα σκοτάδια του,  έχει δικαίωμα σε μια ανάσα από το πουθενά κι ας τον βουτήξει το επόμενο λεπτό σε πιο άπατα νερά. Γιατί αν περιμένεις κανονικέ μου άνθρωπε να βρω καιρό να πιούμε κρασί σαν τον παππού μπροστά στην τηλεόραση θα έχουμε γίνει, εδώ ένα cinema προσπαθώ να βρω χρόνο και κατάλληλη διάθεση για να πάω ένα μήνα τώρα κι ευτυχώς που κερνάει, εκτός από τα βαριά του, και κανένα σφηνάκι αυτός εδώ γιατί αλλιώς και ότι ο κινηματογράφος δεν είναι πια μόνο ασπρόμαυρος, ζήτημα είναι αν θα το είχα πάρει χαμπάρι.

“Kατά φωνή.. Άκου τα κι εσύ κι ο γιός μου κι όλοι εδώ μέσα και όλοι οι τρελαμένοι  με τις οθόνες, τα sms, τα ipod, τα like και τα blogs..” με διακόπτει  η φωνή της Ξ χωρίς να μπορεί να αποσπάσει στιγμή ούτε τα μάτια ούτε την ψυχή μου από εδώ,  “καλέ μόνη σου χαμογελάς τρελλάθηκες τελείως, που το βρίσκεις το αστείο πρωινιάτικα?“. Τι άλλη παραπάνω απόδειξη να θες πως σε πρόγραμμα ωρολόγιο το θέσαμε και το χαμόγελό μας, πως την ποινικοποιήσαμε πια και την παραμικρή χαρά μας, πως κάποια ιδιαίτερη εξήγηση χρωστούν για το ζειν τους αυθορμήτως και επικινδύνως όποιοι προσπαθούν έστω και με το ζόρι να διώξουν από τα μάτια τους τις τέφρες, χωρίς να έχουν ακόμη ξαπλώσει περιμένοντας να τους σκεπάσει η λάβα όπως επιτάσσουν οι αντικειμενικές συνθήκες και φωνάζουν τα μεγάφωνα.
Σύγχρονα Άουσβιτς.  Άρια correctly φουρνίζουν σωρηδόν “αλήθεια, δεν ξέρω“.  Είτε οn line είτε off line, πάντα και παντού stand by.

“Λέγε σ΄ακούω..” υποκρίνομαι και την αφήνω να απαγγείλει από ένα περιοδικό που εδώ και ώρα κρατάει στα χέρια της πολύ πιθανόν κι αυτό δωρεάν διάθεσης. Οι θεωρίες γνωστό πως κανένα δεν έχουν κόστος. “..αναλυτές και ειδικοί  αναφερόμενοι στην εξάπλωση χρήσης του internet και των social media όλο και πιο συχνά τονίζουν το γεγονός ότι η ζωή δεν βρίσκεται μέσα στις συνδέσεις ή μπροστά σε μία οθόνη κινητού ή netbook,  μέσα στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, τα sms και τα email.  Η ζωή βρίσκεται έξω, στις επαφές με ανθρώπους, σε μία βόλτα στην φύση..”
Αναλυτές και ειδικοί. Cards visits βαριές, ασήκωτες. Όσο πιο αόριστα και θολά είναι τα νερά, τόσο μεγαλύτερο το ειδικό βάρος τους. Εποχές εξειδίκευσης, απομόνωσης, απόντες βασικοί συνδετικοί κρίκοι. Γιατί αν πεις η ζωή βρίσκεται και έξω και στις επαφές με ανθρώπους και σε μία βόλτα στην φύση, δεν είσαι πια και τόσο ειδικός. Αρχίζεις να γενικεύεις. Να  ακουμπάς ολόκληρη τη διάσταση της πραγματικής ζωής όσο ακόμh είναι ζωντανή και όχι να την τεμαχίζεις αγωνιώντας για το αποτέλεσμα της τελευταίας νεκροτομής που θα πιστοποιήσει οριστικά αν η σήψη ξεκίνησε από την μέσα ή την έξω σου ζωή. Στα χέρια σου είναι όλα τα τόπια, δική σου είναι η ζωή, δική σου και η επιλογή. Αν θέλεις ειδικός στις μέσα και τις έξω των άλλων τις ζωές να γίνεις ή τη δική σου μέσα σε όλα τα μέσα, τα έξω και τα μέσα της, κουβάρι φυσιολογικό κι όχι μεταλλαγμένο τη θες και την αντέχεις.
“Τι να σου πω βρε Ξ, δεν ξέρω. Δεν είμαι ειδικός αναλυτής ούτε και έτυχε ποτέ να με ληστέψουν για να ξέρω πόσο διαφοροποιεί την εμπειρία αν ο ληστής φοράει η όχι κουκούλα κι έτσι εκ του ασφαλούς ακόμη, είτε είμαι μέσα μου είτε λείπω, αφήνω και καμιά χαραμάδα ανοιχτή να μπαίνει και από εκεί λίγος αέρας”.

Τελευταία παγωμένη πια γουλιά, τασάκι και κινητό στο συρτάρι, τρέχουμε τώρα, “1 πρόσφατη ενημέρωση“, αναμενόμενο παραπάνω κι απ΄ότι και στους διάδρομους σηκώθηκε ήδη παγωμένος αέρας. Δεν είναι η πρώτη φορά που ετούτος ο γρουσούζης περιπτεράς που θα περπατούσα και δέκα τετράγωνα από αυτόν για να αγοράσω το πακέτο μου κι ας υπήρχαν άλλα δέκα περίπτερα στη διαδρομή, την ώρα που πρέπει να πατήσω το off θυμάται για μια ακόμη φορά να θυμίσει πως είναι οι κανονικοί εικονικοί άνθρωποι που νοιώθεις πως τους ξέρεις αιώνες κι ας μην τους έχεις δει ποτέ. Καλύτερα έτσι. Με την πρώτη ευκαιρία και το επόμενο on, μια σίγουρη ανάσα θα είναι εκεί και θα περιμένει, μια τζούρα, μια γουλιά. Μια ακόμη κουκίδα λευκής σημαίας μέσα στο χάος σε εποχές ανελέητου πολέμου, μια ακόμη κερδισμένη στιγμή σε ηττημένες μέρες.  Nothing more but and nothing less dear Lola..

Advertisements

8 thoughts on “λόλα να ενα lap topi

  1. Άφωνη-Αμπάριζα-Απίθανο!! Σύγχρονα Άουσβιτς. Άρια correctly φουρνίζουν σωρηδόν “αλήθεια, δεν ξέρω“. – ΤΕΛΟΣ

    • θα ήθελα να πω πως “δεν ψήνομαι”, αλλά το βρίσκω αδόκιμο και μη correctly και θα αποδειχθώ ανακόλουθη..

  2. Eιλικρινά δεν ξέρω τι να πω τι να σχολιάσω. Αλήθεια δεν ξέρω. Μόνο τι κουβάρι, μα τι κουβάρι! και να γράφετε πιο συχνά.

  3. μου το λέω κι εγώ καμιά φορά πως αυτή η εμμονή να ρωτώ και να απαντώ μόνη μου, είναι εκνευριστική.
    και μακράν εμού τα ..γράφω, τόσα λινκ σας έδωσα αν θέλετε πραγματικά θα διαβάσετε. εδώ μουτζουρώνουμε μόνο στο χαρτί, όποτε και αν..

  4. Ολα τα πηρε το τοπι σου Λολα τα πηρε και τα σηκωσε 🙂 Mπραβο ρε, μπραβο!!

    • μερικά τίποτα δεν τα σηκώνει από τον πάτο. αλλά είπαμε, όπου υπάρχει πάτος πάντα θα υπάρχει και αφρός..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s