body talks

Καθόμασταν στο Θησείο, κάτω από μια πράσινη ομπρέλα.
Κόσμος, άνοιξη, κοντομάνικα. Μυρωδιές λιακάδας σαββατιάτικης. Αβάσταχτης σχεδόν για τα συνηθισμένα στον χειμώνα ακόμη μάτια.
Το βουητό του τραίνου και τα τακούνια από τα πρώτα ξώφτερνα συγχρονισμένα τέλεια με τις διαφωνίες μας για το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας που στη διάρκεια της εβδομάδας είχε γυρίσει χέρι χέρι στις νύχτες όλων.
Δεν θα ήταν όμορφα, τέτοια μέρα, να είμασταν κάπου αλλού και να μαζεύαμε λουλούδια?” αναρωτήθηκε κάποια στιγμή η Μάρω τεντώνοντας τα χέρια πάνω από το κεφάλι της, ένα πόντο μακριά από τον δίσκο του γκαρσονιού.  “Oυπς.. παρά λίγο..” του γέλασε “ε και? ποτήρια είναι όχι ψυχή..” της αντιγύρισε, καθησυχάζοντας σφιχτά το μπράτσο της με την ελεύθερη από τον δίσκο παλάμη του και τη φιλαρέσκεια της φύσης της μ΄ένα χαμόγελο από αυτά που η παρουσία τους, ένα μπράτσο, μια παλάμη και μια πράσινη ομπρέλα αρκούν για να μοιράσουν με δυσεύρετη δικαιοσύνη, ακριβώς στη μέση, ένα αιώνιο δευτερόλεπτο οικειότητας και απόλυτης σύμπνοιας ανάμεσα σε δυο μυαλά και σώματα που για πάντα άγνωστα θα μείνουν.
Συμφωνήσαμε όλοι πως ναι ωραία θα ήταν και σε μισή ώρα διαδρομή,  χωρίς βιασύνες για να προλάβει το Your hand in mine να παίξει κάμποσες φορές, η πόλη δεν αρνήθηκε να ξεχαστεί.
Στο βάθος μια θάλασσα που φώναζε πως κάποια Σάββατα αντέχουν  να σηκώσουν στην πλάτη τους και την πιο μολυβένια ψυχή και να την ταξιδέψουν όπου λαχταράει χωρίς εισιτήριο και διαβατήριο κανένα. Στα πόδια μας μαργαρίτες, παπαρούνες κι εκείνα τα άλλα τα μπλε που κανείς μας δεν έμαθε ποτέ πως τα λένε. Μόνο πως καμιά ψυχή δεν μπορεί στη στεριά της να ταξιδέψει χωρίς έστω μια σταγόνα μπλε, ξέραμε.
“Δεν κόβονται εύκολα..” γκρίνιαξε η Μάρω και ευτυχώς, γιατί τέτοιες λιακάδες δεν αντέχουν τις γκρίνιες, που σε όλες τις εργαλειοθήκες αυτοκινήτων πάντα κάτι ανάμεσα σε μαχαίρι και ψαλίδι θα βρεθεί. Άψυχα αντικείμενα κι όμως. Ας μην ξέρουν από ταξίδια του μυαλού και σύμπνοιες, τα άψυχα ταίρια τους αναζητούν κι εκείνα. Πιο κοντά στα κοτσάνια, πιο κοντά στα δάχτυλα, ακόμα πιο κοντά, μια λάθος του μυαλού κίνηση.
Μισή ώρα έντρομη διαδρομή, επείγοντα, συγκολλήσεις, χειρουργεία. Ένα μήνα σχεδόν ακίνητο το χέρι, πόνος, σκάντζα βάρδια όλοι από μερικές ώρες την ημέρα στη Μάρω. Σε ελάχιστα και εντελώς αναγκαία είναι ικανός να ανταπεξέλθει κανείς με άχρηστο το δεξί του χέρι και άμαθος στο πόσο ελαφρά τη πολύτιμη καρδία του έχει εντάξει στα δεδομένα του το μεγαλείο να μπορεί και τα δύο να τα κινήσει.

./..

Τη μέρα που την νύχτα της η ωραία Ελένη της σχολής είχε αποφασίσει να ενδώσει στην επί μήνες πολιορκία του Λευτέρη, ίσως και οι τοίχοι ακόμη της εστίας να μην την έχουν ξεχάσει. Ακόμη κι αν έχουν πια τα αυτιά τους ησυχάσει από εκείνες τις άλλες νύχτες που μαζεμένοι σε κάποιου το δωμάτιο μιλούσαμε, γελούσαμε, τσαντιζόμασταν μαζί της εν αγνοία της και ξημερωνόμασταν γράφοντας όλοι μαζί τις κασέτες και τα δίστιχα που εκείνος την επόμενη μέρα θα της πλάσαρε ως απόδειξη της “μοναχικής” αγρύπνιας του για εκείνη.
Ο Λευτέρης χαμένος από το μεσημέρι, οι υπόλοιποι συνταγογραφούσαμε για το αν cinema, φαγητό, μια βόλτα στην παραλία ή ποτό και χορός θα ήταν το πιο ενδεδειγμένο για να αρχίσει τη θεραπεία του και οι ντουλάπες των αγοριών από το πρωί άδειες. Όλων το περιεχόμενο είχε μεταφερθεί στη δική του για να διαλέξει. Έξι.. εφτά.. οχτώ.. σε μια ώρα η Ελένη θα ήταν μπροστά στην Καμάρα. Την ίδια περίπου ώρα κάποιος που αμυδρά έμοιαζε του Λευτέρη εμφανίστηκε μπροστά μας με τις πυτζάμες και ένα μάγουλο τρεις φορές μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, εκλιπαρώντας για την οριστική συνταγογράφηση της κατάστασης.
Το μυστήριο, αν εκείνη δεν τον συγχώρεσε ποτέ επειδή έστω και λίγο νοιαζόταν ή την έβγαλε από τον κόπο στη μία και μοναδική φορά που θα τον συναντούσε να του ξεκαθαρίσει πως όχι, δεν λύθηκε ποτέ. Το μόνο που την επόμενη μέρα μάθαμε, πως και ο άλλος φρονιμίτης του στραβά και με ρίζες πλάτανου είχε φυτρώσει και για εκείνον θα χρειαζόταν κάποια στιγμή μια μίνι επέμβαση και μια εβδομάδα αντιβίωση.

./..

Παρατηρούσα ένα πρωί τα χέρια μιας κοπέλας, πιασμένα από την χειρολαβή του μετρό. Όμορφα, νεανικά χέρια. Παρά τα φαγωμένα νύχια, τις τρισάθλιες παρανυχίδες, την ολοφάνερη πλήρη άγνοια της κατόχου τους πως ακόμη κι αν αποφασίσει να τα θεωρήσει σημαντικά όταν θα γεμίσουν ρόζους και καφέ κηλίδες, τότε δεν θα είναι παρά ένα ζευγάρι περιποιημένα, γερασμένα χέρια.

./..

Κάτι τέτοια θυμόμασταν και λέγαμε προχθές, όταν ένα ονειρικό merlot και πολλά πακέτα είχαν μεταμορφώσει όλους μας σε Αριστοτέληδες και Καρτέσιους και την κουβέντα περί του πολυδιάστατου της ανθρώπινης ύπαρξης σε μονόπρακτο με αμέτρητες διαφορετικές σκηνοθεσίες για πολύ κακούς ηθοποιούς.
Ο καυγάς μ΄εκείνον που περισσότερο απ΄όλους διαφωνούσαμε για το πίσω από πόσα κουστούμια μπορεί κανείς να κρύψει τον αληθινό ρόλο εξαιρετικά γόνιμος και κρίμα που κανείς από τους δυο μας δεν πρόλαβε να μάθει και να διηγηθεί περισσότερα παθήματα επάνω στη σκηνή. Ένας πονοκέφαλος από το κρασί και τον καπνό υποχρέωσε εκείνον να εγκαταλείψει τη θέση και τις θέσεις του νωρίς και εμένα να χωθώ επιτέλους στα καμαρίνια. Να ασχοληθώ με τη ζεστασιά ενός μπράτσου ξεχασμένου ώρα πολλή γύρω από τους ώμους μου και την φευγαλνέα και αναίτια παραπονιάρικη ματιά ενός άγνωστου, από το διπλανό τραπέζι, όσο τραγουδούσε μαζί με το γυφτάκι και το ντέφι του
Τα δυο σου χέριαMε το μπράτσο του περασμένο γύρω από κάποιους άλλους ώμους.

./..

“Άμα είναι το επάγγελμά σου να σε σκοτώνουν, δεν πρέπει να κάνεις τον δύσκολο, πρέπει να καμώνεσαι πως η ζωή συνεχίζεται, αυτό είναι και το πιο ζόρικο, το πιο μεγάλο ψέμα..” γράφει κάπου ο Céline και τα μαθήματα ανατομίας έπρεπε να προβλέπονται ως εκπαιδευτικές εκδρομές, όπως οι επισκέψεις σε μουσεία, για να βοηθούν όλους από νωρίς να αποστηθίσουν πως και του κορμιού τους το επάγγελμα τέτοιο είναι.
Με δέκα λεπτά αντοχής στο χειρότερο ανακάτεμα του στομαχιού μπορείς να εξαργυρώσεις και να γλυτώσεις ατέλειωτες, μάταιες, οδυνηρές σπαζοκεφαλιές, να χωρέσεις στο μυαλό σου άπαξ δια παντός με ποιον ακριβώς τρόπο και ερήμην σου  το πιο φθαρτό και ταπεινό σου εξουσιάζει όλα τα σπουδαία σου. Όλα εκείνα που σε ξεχωρίζουν από αυτά που ούτε καν του μεγαλείου της ύλης τους υποχρεούνται να έχουν συναίσθηση.
Δέκα λεπτά. Δεν χρειάζεται παραπάνω για να συμβιβαστείς αιώνια με την γενναιοδωρία αυτού του πηλού να καιροφυλακτεί πίσω από θριάμβους, καταστροφές και ηδονές καθημερινές κι αμέτρητες και με το πόσο μεγάλο είναι το έγκλημα που αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει την τιμωρία του. Να μην αντέχεις την συνειδητοποίησή τους μία προς μία, καταδικάζοντάς τον στην άχαρη αναμονή μέχρι να μοιραστείτε την ελάχιστη, την πιο και δική του αγαπημένη. Λίγα λεπτά που χειροπιαστά κάποιος είναι μέσα σου, που μέσα σε κάποιον είσαι.

Advertisements

12 thoughts on “body talks

  1. τι κειμενο!!!
    (ξερω , δεν ειναι το μονο σας….εχω ξαναπερασει)
    αλλά τι κειμενο!!!

    • ευχαριστώ πάρα πολύ αλλά αυτά κάνετε. περνάτε όμως δεν αφήνετε και κανένα χαλικάκι πίσω σας να βρω κι εγώ τον δρόμο.. να μην επαναληφθεί

  2. Δεν ξέρω πως το κάνεις όσα λες να γίνονται ζωντανές εικόνες στα μάτια μου μπροστά και μακάρι να τις θυμόμουν το ίδιο έντονα και φεύγοντας από εδώ. Κάθε στιγμή να τις θυμόμουν.

  3. στιγμή στον άνεμο, εξοντωτικά υπέροχο κείμενο..
    τρίβια: σε μιαν άλλη ιστορία πάντως, η κουφάλα ο σελίν ξεφεύγει από τον χάρο και την κάνει για κοκτέηλς…
    τα σέβη μου

  4. Γράφεις όπως αναπνέεις…αβίαστα….
    και υπέροχα

    • ομολογώ πως όσο πάει, κάποιες φορές, πιο δύσκολα αναπνέω απ΄ότι περιγράφω. είμαι βέβαιη πως ξέρεις πως είναι..

      χαίρομαι πολύ που σε βλέπω κι εδώ, ευχαριστώ..

    • όλα πάνω στους ανθρώπους μιλούν και πάντα λένε περισσότερα απ΄ όσα λέει η φωνή τους. αρκεί να θες να ακούσεις

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s