blue black days


Oι  καθαριστήρες ησυχάζουν ώρες μετά το πρώτο πάτημα. Λίγο έξω από την πόλη και τα όλο και πιο πολλά κάθε φορά ερειπωμένα εργοστάσια, καταστήματα. Με το που ξημέρωσε, σχεδόν μεσημέρι. Ένας απίστευτος ήλιος κι ο καφές ακόμη πιο καυτός. Δεν αφήνω το φλυτζάνι από τα χέρια μου. Να μην παγώσει από τα βλέμματα που εκείνη την ώρα θα έπρεπε να γυρίζουν από την δουλειά, που πια δεν έχουν, σε σπίτια ζεστά. Όχι να περιπλανιούνται ανάμεσα στην κάψα ενός τσίπουρου και μιας πιπεριάς, την απελπισία για το ένα σπαταλημένο ευρώ που ίσως αύριο κιόλας λείψει και την ανακούφιση για την νάυλον σακούλα με την φραντζόλα περασμένη στο χέρι της καρέκλας. Και σήμερα.


Με το φλυτζάνι τα καταφέρνω, με τα χέρια μου όχι. Θέλω την κάψα, τη θάλασσα, τo μακρινό αυτού του πλάνου αλλά όχι τους ανθρώπους του. Ούτε καν εμένα. Κυρίως εμένα. Να δηλητηριάζω το δικό τους πλάνο.


Το κλακ από τις ασφάλειες με κλειδώνει ξανά μια στο σενάριο του δικού μου μόνο ρόλου μου, μια στα καμαρίνια μου. Κανένα φευγιό από τα τετριμμένα σου, κανένα ταξίδι με ή χωρίς αποσκευές, ίσως δεν είναι τελικά τίποτα παραπάνω από αυτό. Μια σκηνοθετική απόπειρα να απομονώσεις, να ξεκουράσεις μερικές ώρες σου, να τις διαχωρίσεις από την κοινή παράσταση. Έτσι κι αλλιώς εκείνη ακούραστη είναι. Άγρυπνη θα σε περιμένει όποτε κι αν επιστρέψεις.


Μέχρι ο Eno να υποσχεθεί some day these dreams will pull you through my door.. o δρόμος αρχίζει να σκαρφαλώνει κι άνθρωπος πουθενά, κανένα βλέμμα δεν αμφισβητεί την πίστη του, όμως καλού κακού γρήγορα το γυρνάει στο with impressions chosen from another time..

Tο -2 ακούραστα αναβοσβήνει, η ομίχλη κατηφορίζει γρηγορότερα, βροχή, χιονόνερο, χιόνι δεν κάνει διαφορά. Όταν ανοίγουν οι ουρανοί εκεί που διάλεξες να στέκεσαι ό,τι κι αν ρίχνουν, αυτό είναι, αυτό έχεις να γευτείς. Σκεπές που ασπρίζουν, καμινάδες που αχνίζουν, πράσινο μέσα στο καφέ, καφέ μέσα στο πράσινο και γαντζωμένα πάνω τους στρώμα τα μουδιασμένα πλατανόφυλλα δεξιά κι αριστερά. Η ομίχλη τσουλάει κι άλλο, δεν διακρίνεις πια καθαρά, ο δρόμος έτσι κι αλλιώς δεν έχει διαχωριστική γραμμή, τέτοιες διαδρομές έτσι κι αλλιώς δεν είναι για να τις βλέπεις. Ή σε τιμά ακόμη η παγωνιά και η λάμψη της μουντάδας τους καίγοντας το μέσα σου κι όσο τα μάτια σου κλειστά κρατάς ή έχεις οριστικά παραστρατήσει σε λάθος μονοπάτια κι άδικα ανησυχείς μήπως και με τα μάτια σου ανοιχτά χαθείς.


Χαλικάκι για να βρίσκει πάντα τρόπο να γυρίζει ο νους στα χνάρια αυτών των δρόμων, όπου κι αν βρίσκονται κάθε φορά τα πόδια σου, εκείνο το τσιγάρο και πάντα ίδια η σκηνή. Mέσα έξω alarm και δεξιά,  μισό πόντο το παράθυρο ανοιχτό ίσα να ξεχωρίζει ο καπνός από την ομίχλη, στο βάθος ανάμεσα από τις φυλλωσιές μια θάλασσα ακίνητη και όλα τους να γεμίζουν τα πνευμόνια σου μ΄αυτό που μια άλλη μέρα σαν “αέρα καθαρό ρε” ξανά θα το γυρεύεις, όταν άλλα ξένα πλάνα θα σε πνίγουν, άλλες ξένες σκηνές θα δηλητηριάζεις.


Όλοι οι δρόμοι κάπου βγάζουν. Εκείνος που τερματίζει εκεί που το σβήσιμο της μηχανής, σαν σφυριά στο γόνατο, ανοίγει πόρτες και πετάει έξω ανθρώπους γελαστούς που χοροπηδάνε γύρω σου, είναι πάντα ο σωστός ο δρόμος. Άνθρωποι δικοί σου, λιγότερο, σχεδόν άγνωστοι. Ίσως οι χρησιμότεροι. Είτε από την καλοσύνη της αρχής, είτε από δικαιολογημένη άγνοια και σιωπή για όσα κουβαλάς, οι ξένοι σε όλα τα ταξίδια είναι από τις πολυτιμότερες συντροφιές. Όλοι οι ξένοι. Και οι δικοί σου. Τζίνια κλεισμένα στη μέσα θήκη της βαλίτσας, στο νεσεσέρ, στον τρόπο που τραβάς ακόμα λίγο και ξεχειλώνεις το μανίκι του blue black πουλόβερ, να σκεπάσει η ζεστασιά του σχεδόν κι ολόκληρη την παλάμη σου, όσο φλυαρείς και γελάς δίπλα στη φωτιά με τους δικούς σου και με τους δικούς τους ξένους. Λυχνάρια που όταν όλα τα κάστανα ξεφλουδιστούν, όταν παγώσει το βούτυρο πάνω στις πατάτες, όταν στερέψει ό,τι τρώγεται, πίνεται, λέγεται κι ακόμη αντέχει να διακωμωδείται, έρχεται η ώρα τους.


Σπίτι, motel, hotel, ξενώνας ό,τι μισοσκότεινο κι αν σε χωρέσει κι όποιας κατηγορίας, οι φλόγες απ΄ την αληθινή φωτιά ή εκείνες που βγαίνουν από το ταβάνι κυνηγιούνται στους τοίχους του με τα σκεπάσματα, τις κουρτίνες, τη σκιά σου και την γλυκιά ζαλάδα στο κεφάλι σου χωρίς ζαβολιές. Τίμια, ισοδύναμα μονομαχούν με την μοναξιά του άχρηστου δεύτερου μαξιλαριού. Τίμια, δίκαιη μοναξιά. Για μια νύχτα ή την κερδίζεις ή σε κερδίζει. Εκείνη κι εσύ. Μόνο. Ανέγγιχτοι από αύριο και χθες. Χθες δεν σε ήξερε, αύριο θα την έχεις ξεχάσει. Όχι σαν εκείνη σε καθημερινά, γνώριμα δωμάτια που μόνος σου δεν είσαι αλλά κάθε ώρα ερημιάς τους παιχνίδι στημένο είναι. Που πριν καν προλάβετε να σταθείτε πλάτη με πλάτη βγάζει ύπουλα από τη φαρέτρα της μοναξιές κι ευτυχίες από άλλες νύχτες, πρωινά, απογεύματα μέσα στους ίδιους τοίχους κι ο τρόμος της σύγκρισης πετάει το άσπρο γάντι του τωρινού σου χρόνου και της τον παραδίδει αμαχητί.


Lost out of love once again.. τρίβει στο αυτί σου ένα λατρεμένο τζίνι που πετιέται μέσα από τις ξεδιπλωμένες πυτζάμες, ένα ακόμη κούτσουρο στη φωτιά, μια σπίθα πετάγεται, καίει το χέρι σου. Μια μπλε σταθερή λάμψη από το πιο σταθερό λυχνάρι σου και το μπιμπ του “new message” ξυνίζουν τα μούτρα σου με την προβλεψιμότητα και την συνέπειά τους. Σαλιώνεις το κάψιμο ρουφώντας την παλάμη σου, χαμογελάς πλατιά, μακάρι εκτός από το τόσο εύθραυστο της κατασκευής και η αχαριστία να είναι πραγματικά από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα ελαττώματα και να έμεινες και σήμερα ένας ολοζώντανος άνθρωπος.


Οι πατημασιές των προηγούμενων είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για τα πισωγυρίσματα, ούτε από περιττές σκέψεις ούτε από λέξεις έχουν ανάγκη οι επιστροφές. Αρκεί μόνο ένα The pavilion of dreams  να σου γυρέψει τα ρέστα δυο τρεις φορές και ήδη η επόμενη μέρα έχει ανατείλει πίσω από το βουνό που κι εκείνο πίσω σου πολύ έχει μείνει. Ο σκηνοθέτης μαζεύει σιγά σιγά την πολυθρόνα και τους τηλεβόες του. Μόνο το κάθισμα του συνοδηγού δεν σχολάει ποτέ, ακόμη δεν χόρτασε αμίλητο να ζεσταίνεται από το μπουφάν και στο πίσω κάθισμα σακούλες με βαζάκια ακίνητα κι εκείνα στη μονότονη ευθεία. Δεν αλλάζει πια ήχο το φυρίκι στο βαζάκι όταν χτυπάει στο νεράντζι σε κάθε αριστερή στροφή, ούτε εκείνο του σταφυλιού  πάνω στο περγαμόντο σε κάθε δεξιά.

+5 σταθερά συντονισμένα θερμόμετρο και ρολόι, no cd, tuner on, τα πρώτα νέα της μέρας που ακόμα δεν φώτισε ο ουρανός της, “όλα στον αέρα, όλα στην παγωνιά..”.
Kάποτε το χιόνι στις πόλεις σήμαινε μισολειωμένους χιονανθρώπους στα καπώ και γέλια παιδικά, αν μέχρι το βράδυ κανένα φορείο δεν ξεφορτώσει κάποιον άστεγο με τα χείλια μελανιασμένα απ΄όταν ακόμα είχε σφυγμό, ίσως και να σταθεί αντάξιο το τέλος κι αυτής της μέρας κάποιας από τις καλημέρες που της ψελλίζεις από μέσα σου.
Tuner off κι ακόμη no cd, πάλι ξέχασες να το πάρεις μαζί το Blue monday. Καλύτερα. Σκέτο blue όχι blue black λέει και δεν είναι εποχές να είσαι σίγουρος πως έχεις απάντηση σε κάθε tell me now how do I feelπου μπορεί να σου απευθυνθεί. Να το ρωτάς είναι καιρός που πια δεν έχεις το δικαίωμα, όσο εσύ ακόμη διαλέγεις πότε θα βγεις στην παγωνιά κι αν θα αφήσεις τον αέρα να σε πάρει. Έχει και η ανθρώπινη αχαριστία τα όρια της. Μικρότερα από της ανθρώπινης αντοχής, ενοχής, ενοχικότητας, συνενοχής.


Βluetooth, blue screen.
 

“έφτασα, όλα καλά, πρέπει να είναι ωραία που και που να είσαι συνοδηγός..”
“μα εσένα πάντα σου άρεσε να οδηγείς..”
“στο αυτοκίνητο ακόμη μ΄αρέσει,.”“έφερες μήλο?..”“και νεράντζι..”“ευτυχώς ολόκληρη γύρισες κι αυτή τη φορά..”

 

 

 

 

Advertisements

8 thoughts on “blue black days

  1. Δεν ξέρω που έμεινα. Να κυνηγάω στους τοίχους τις σκιές της φωτιάς ή παγωμένη στα νέα της ημέρας. Πάντως αέρα καθαρό πήρα. Μπράβο ρε, μπράβο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s