ο υπάλληλος

Επτά στους επτά, ορκισμένοι στον  Ιπποκράτη.  Έχουν όλες οι παρέες τα ελαττώματά τους.

Σάββατο μεσημέρι, καθισμένοι μπροστά σε νοστιμότατα πιάτα και γεμάτα ποτήρια, ο καθένας απέναντι σε κάποια χρονική στιγμή του καθρέφτη του. Το ίδιο το Σάββατο, με τους πιο πολλούς απέναντί του. Η αρετή δεν είναι πάντα αναγκαία συνθήκη αλλά τόλμη χρειάζεται μεγάλη για να επιτρέπεις πλέον σε μέρες να κάθονται  ελεύθερα δίπλα σου παρέα με τους καθρέφτες τους.

Αντικειμενικές συνθήκες απ΄αυτές που προϊδεάζουν “θα περάσουμε χρήσιμα”. Τον προτιμώ αυτόν τον χαρακτηρισμό. Τα καλά κακά και τα όμορφα άσχημα, όταν σ΄έχει τιμήσει μια ιδέα έστω από το τι πραγματικά μπορεί να εκπροσωπούν οι ευρύχωροι ορισμοί τους, ασυναίσθητα τα αφήνεις εκτός από κάτι τέτοια. Τα φυλάς για πιο υποκειμενικές αλήθειες. Για εκεί που είσαι πράγματι διατεθειμένος να μην τσιγγουνευτείς χρόνο και ιδρώτα για να γίνουν -αν γίνουν- τα κακά καλά και τα άσχημα όμορφα. Τα δικά σου πρωτίστως. Ο πιο μεγάλος κόπος, ο πιο πολύς χρόνος, ο βαρύτερος όρκος.

Κάποιος από τότε που είχαμε να βρεθούμε διάβασε την “Ελευθερία” του Φράνζεν, κάποιος είδε το Hugο κι αυτός πιο αναίμακτα συγκινεί την ομήγυρη, είναι γνωστή μανούλα ο αμερικανοιταλός στο να κάνει το ίδιο μάτι σου να γελά και να βουρκώνει ταυτοχρόνως για πράγματα που θεωρητικά δεν σε ενδιαφέρουν,  δεν είναι εύκολο αυτό, πρέπει πρώτος εσύ να την έχεις γλεντήσει και λατρέψει τη χαρωπή καταθλιψάρα σου για να την αγαπήσουν έτσι και οι άλλοι.

Μερικοί παραπονιούνται πως δεν προλαβαίνουν πλέον τίποτα να διαβάσουν, κάποια βρήκε καιρό ακόμη και για μια νέα σχέση μέχρι εκεί όμως δεν περισσεύει χρόνος και για να την διατηρήσει, “δεν άλλαξες καθόλου από την τελευταία φορά”, λόγια αγχωμένα, κουβέντα να κάνουν οι λέξεις μας χωρίς απαραίτητα να είμαστε κι εμείς παρόντες, όλα ξεπετάχτηκαν μαζί με τα ορεκτικά. Ραπανάκια για την όρεξη.

Άδειασμα τασάκια, νέος γύρος, καινούργια σερβίτσια. “Πόσα παίρνεις τώρα εσύ”, πόσα ο καθένας, τι ακόμη θα κοπεί, πρόσωπα απόντα και ονόματα χωρίς πρόσωπο κατακρεουργούνται εν μέσω αστεισμών και ειρωνειών  τραγικών, οι όμορφοι απόντες όμορφα και βολικά πάντα καίγονται. Η άκρη δυο εκκαθαριστικών μισθοδοσίας δοκιμάζει την τυροκαφτερή. Αν κάποιοι δεν είχαν τόσο έντονο τον φόβο μην τους κλέψουν την τσάντα και τα ένσημα θα είχαν μαζί τους πάντα, οι πιο επικίνδυνοι σύγχρονοι εθισμοί είναι η διαίρεση και η αφαίρεση και τα πρώτα ανησυχητικά συμπτώματα η τάση διαρκώς κάτι  να πολλαπλασιάζεις κάτι να προσθέτεις.

Μήνες και ισολογισμοί γυρνάνε από χέρι σε χέρι μαζί με το πιατάκι και κρύβονται ξανά ντροπιασμένα με ένα σιχτίρισμα κι έναν λεκέ παραπάνω επάνω τους. Μια αναμνηστική λαδιά. Ακόμη μια. Kαι πάλι καλά δηλαδή, στην ηλικία της σταδιοδρομίας μας, που δεν είναι χεσμένη φωλιά. Επιτυχία, μεγάλη.

Συγχωνεύσεις, απολύσεις, νέοι νόμοι, σεισάχθειες αντίστροφες, σπουδαία γενόσημα ασήμαντων πρωτοτύπων, κάποια ήθελε να κάνει ένα δεύτερο παιδί αλλά το νέο μισθολόγιο το απαγορεύει, εξισώσεις με πολύ περισσότερους κρυμμένους αγνώστους απ΄αυτούς που οι δημόσιες εκφωνήσεις τους αντέχουν.

Στο μήλο με την κανέλα, όλες οι απορίες μου έχουν συγχωνευθεί σε μία. Αν είχα δικό μου ιατρείο θα ήξερα τουλάχιστον που είναι ο πάπυρος. Τώρα, ούτε που θυμάμαι. Μετά από τρεις ώρες το μόνο καινούργιο που έχω αισθανθεί από την στιγμή που ο σερβιτόρος είπε “είστε έτοιμοι ή να έρθω πιο μετά?” είναι πόσο πολύ έχουμε όλοι γίνει δημόσιοι υπάλληλοι. Και καλύτερα που δεν χάσαμε κι άλλο χρόνο. Όσο μετά και να ερχόταν, όσο και να το καθυστερούσαμε, όσο και να το καθυστερήσαμε, αυτό γίναμε..

Το απόγευμα, ήρθε από το σπίτι η φίλη μιας φίλης να συννενοηθούμε για μια εξέταση που χρειάζεται να κάνει κάποιος δικός της. Δυο φορές την είχα συναντήσει μέχρι τότε όλες κι όλες. Καφές και κουλουράκια αντί για ραπανάκια.  “Εσύ πως τα πας?“όπως πάει η ζωή κι εγώ ξοπίσω της” “τι να πω κι εγώ που..” και η πάστα δεν χρειάστηκε.Μερικές φορές τα ορεκτικά είναι από μόνα τους ένα πλήρες πιάτο.

Σχέσεις αδιέξοδες, ανασφάλειες λίγο πριν τα πρώτα ήντα, λίγο πριν τα παιδιά -που αρχαία μισθολόγια επέτρεπαν να γεννηθούν- φύγουν οριστικά από το σπίτι, λίγο πριν αρχίσουν να αδειάζουν κι άλλα δωμάτια που ακόμη όλα, τι κι αν άχρηστα πια, υποθηκευμένα είναι εκτός από την τράπεζα και στο αύριο. Ζωές που τρέμουν σαν καταστηματάρχες των καιρών μας πως όπου να ΄ναι θα ξεκρεμαστεί η ταμπέλα, πως οριστικά πια δεν θα βγαίνουν ούτε και με το ζόρι τα λειτουργικά, όσο κι αν υπερτιμολογήσεις μέσα σου ό,τι έχει απομείνει στην βιτρίνα. “Τουλάχιστον εσύ  ό,τι και να γίνει έχεις μια μόνιμη δουλειά και μια σχέση που αν δεν σ΄αρέσει παίρνεις το καπελάκι σου και φεύγεις, εγώ τι να πω..”

Τρώω μια κουταλιά από την σοκολατίνα μου γλύφοντας και το τελευταίο ίχνος πάνω στο κουταλάκι -εκείνη ακόμη δεν έχει αγγίξει την δική της- και καταπίνω και την επόμενη μεγάλη μπουκιά μαζί με μια γουλιά νερό για να πάει κάτω η σιωπή της ευκολότερα. “Νοιώθω πως θα τα αντάλλαζα  με μια δουλειά που όσο κι αν την αγαπάω επειδή πλέον οι συνθήκες της δεν μ΄αρέσουν παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω και μια σχέση μόνιμη..”. Από εκείνες τις τόσο μόνιμες που όταν λες στον άλλον “ναι, για πάντα..”  το πιστεύεις και το εννοείς μέχρι το μεδούλι ακόμη και την τελευταία νύχτα. Εκείνη που από το ξημερωμά της ξέρεις, ξέρει, πως δεν θα ξαναβρεθείτε ποτέ ξανά όσες φορές κι αν αγκαλιαστείτε από τότε ο ένας μέσα στο κεφάλι του άλλου.

Δεν είπα τίποτα. Όταν ο άλλος μιλάει για αυτό που νοιώθει σαν δυστυχία του είναι τουλάχιστον απάνθρωπο να απαντάς με αυτό που εκείνος νομίζει για ευτυχία σου. Έτσι είναι όλα αν έτσι τα αισθάνεται, αν έτσι τα αισθάνεσαι και τι νομίζετε και οι δύο η ώρα για να περνάει, καμιά δεν έχει σημασία ούτε για τη ζωή ούτε και για την ιστορία. Δεν είπα τίποτα. Συνέχισα μόνο να ακούω τρώγοντας το γλυκό μου απολαυστικά. Σαν δημόσιος υπάλληλος την ώρα του διαλείμματος κι ας λέει η ουρά απ΄έξω ότι θέλει, για ό,τι κι αν πεινάς την ώρα που συμβαίνει μόνο για το μέσα σου έχεις αυτιά.

Να ΄σαι καλά, χάρηκα πολύ που τα είπαμε..” είπε φεύγοντας, οι άνθρωποι πια χαίρονται όταν βρίσκουν αυτιά πρόθυμα περισσότερο κι απ΄όσο χαίρονταν παλιότερα όταν συναντούσαν στόματα ανοιχτά. Χαίρονται όταν ανέλπιστα ένας υπάλληλος βάζει την πολυπόθητη σφραγίδα του στο χαρτί που αφήνεις μπροστά του χωρίς να πει “δεν είμαι εγώ αρμόδιος, ρωτήστε στις πληροφορίες..” Έφυγε και ήξερα σχεδόν όσα ήξερε κι εκείνη για αυτήν, ποτέ δεν τα ξέρεις όλα για σένα, έφυγε και το μόνο που ήξερε στα σίγουρα ήταν μέρα και ώρα για την εξέταση.

Ίσως ένας λόγος που είμαι πια αντικοινωνική είναι γιατί έχω κουραστεί να συστήνω, να ξεπετάω,  την ζωή μου. Δεν είναι πάντα απλό. Κανείς δεν γεννιέται δημόσιος υπάλληλος.  Η προϊστορία του καθενός στην αγορά και σε ανείπωτα πολλές φορές κανόνια  είναι τελικώς αυτό που ακόμη κι όταν καταλήξεις πίσω από γκισέδες να διεκπεραιώνεις με το μήνα, με την μέρα, νύχτες, λιακάδες, βροχές κι αέρηδες, σε κάνει ποτέ να μην ξεχνάς πόση σημασία έχουν για τα κέρδη σου και οι εκπτώσεις και οι προσφορές. Όλες. Κι εκείνες που κερδίζεις από τους προμηθευτές σου κι αυτές που προσφέρεις στους πελάτες του. Μερικοί υπάλληλοι είναι πολύτιμοι για το σύστημα και πάντα μέχρι όσο χρειάζεται. Ποτέ πιο ανεκτίμητοι απ΄όσο εκείνο γι΄αυτούς.

“Tι να πω κι εγώ..” θυμόμουν τις λέξεις της λίγο αργότερα όταν ο Rollins και ο Baker σαν να είχαν καβαντζώσει ο καθένας από ένα διαφορετικό ηχείο και αυτί. Με μερικούς η ζωή είναι εκνευριστικά γενναιόδωρη και ανάλγητη με την κριτική τους σκέψη. Δεν της δίνει πολλές ευκαιρίες. Δεν τους βάζει ποτέ να διαλέξουν you dont know what love it is ή alone together. Τους τα χαρίζει όλα. Εξ΄αρχής αφιερωμένα κι όλα για πάρτη τους και στα κουβάρια έχει νόημα να ψάχνεις την άκρη μόνο αν ακόμη κάνεις κέφι να πλέξεις. ΄Oταν πια γεμίσουν οι ντουλάπες σου αποθέματα για όλους τους χειμώνες, μόνο έτσι μπλεγμένα είναι χρήσιμα. Να τα κυνηγάς και να σε κυνηγάνε διασκεδάζοντας, όπως κάνουν τα γατιά.

Την ώρα που έκλεισα την μουσική κι έβγαλα το μέσα κλειδί από την κλειδαριά για να μπορεί η πόρτα να ανοίξει απ΄έξω τα χαράματα και πριν απαντήσω “moments.. just moments in the winds..” σ΄ένα “..μην ξεχαστείς στον καναπέ, είναι βοριάς και μέσα ακούγεται πιο μαγικά η λύσσα του αέρα και η βροχή”, ήθελα πολύ να γράψω ένα ποστ.  Ξεκίνησα αλλά θυμήθηκα πως το είχα ήδη γράψει..

“..Τα κοράκια στην άπλα και την συννεφιά της Place de la Concorde που τριγυρνούν αθόρυβα γύρω από τα πόδια σου, πρωί,  όσο πίνεις έναν μέτριο καφέ σε μια μέτρια καντίνα που μόλις έχει ανοίξει κι εσύ σκέφτεσαι πως μέχρι κι ένα κοράκι αν του πετάξεις μερικά ψίχουλα από το κρουασάν σου ξεχνάει πως έχει φωνή και συμπεριφέρεται σαν περιστέρι κι όσο πιο πολύ ανακατεύεις την ζάχαρη με το κουταλάκι των αναμνήσεων, δεν είσαι πια σίγουρος αν τελικά τις περισσότερες φορές τα δικά σου ψίχουλα είναι που έκαναν την ψυχή των άλλων περιστέρια ή την δική σου κοράκι του εαυτού της….”

Advertisements

8 thoughts on “ο υπάλληλος

  1. “Εγώ τι να πω”, aka, “εγώ θα πω και μην τολμήσεις να βγάλεις πιο μίζερο κιχ”.
    Συνθλιπτική φράση…

  2. …και ξαφνικα τα εκκαθαριστικα κανουν το γυρο, όλοι μετρανε πού φτανουν πού δε φτανουν, ρυθμισμενες ζωες που δεν ηξεραν ποσο ευκολα περνας στην αρρυθμια..
    και πώς να συνδιαλαγείς μαζι της

  3. Ναι δεν άλλαξες. Καθόλου δεν άλλαξες από …..καμιά φορά. Το δυσκολότερο έφερες σε πέρας υπάλληλε. kiss

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s