show me

Κάποιες παλιές Δευτέρες, τότε, όταν ακόμη η πιο άψυχη Christine που ξέραμε ήταν εκείνο το κόκκινο σαράβαλο του Carpenter κι όχι μια γκρίζα  ξερακιανή με ξεχαρβαλωμένο νου, εκτός από εμάς ζούσε και  η πιθανότητα ξεκινώντας την εβδομάδα να βρεις έναν ακίνδυνο καφέ να σε περιμένει πάνω στο γραφείο. Κι αν εκείνoυ, του τάχα θρίλερ, κάποια racor τα εκτιμήσαμε ως τραγικά, άντε σήμερα να φτάσεις σώος σαν τον Άρνι μέχρι το the end, άντε  να τα βγάλεις πέρα σαν αρνί με πολύ πιο τελειοποιημένα στον τρόμο εφέ, συνδέσεις και συνέχειες. Μ΄ένα ολόφρεσκο τριαντάφυλλο ακουμπισμένο στην καρέκλα σου που σαν εκείνη την παλιά Christine κι αυτό αποκλειστικά και μόνο μουσικές και σήματα της δικής του εποχής δέχεται να εκπέμψει.

Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει πως είχα να την συναντήσω πάνω από δέκα μέρες. Αφύσικα πολύς χρόνος για κάποιον που κινείται στο ίδιον όροφο με σένα καθημερινά επί οκτώ, δέκα, δώδεκα, εικοσιτέσσερις ώρες, σε μετρημένους διαδρόμους, γραφεία, θαλάμους. Ίσως πάλι να την είχα δει, αλλά να μην την ξεχώρισα. Οι εποχές που το γέλιο, οι χειρονομίες και οι γκριμάτσες του καθενός τον έκαναν μοναδικό κι αξέχαστο, πιο ρετρό κι από τις plymouth. Ξεπερασμένες, απαγορευμένες, πολυδάπανες τεχνικές. Πλέον, ένα μόνο κουστούμι, ένας και μοναδικός ακούνητος, αμίλητος κι αγέλαστος κασκαντέρ, πιο ακούνητος, πιο αμίλητος και πιο αγέλαστος απ΄όλα τα στρατιωτάκια που παίξαμε ποτέ και σαν παιδιά και κυρίως ως ενήλικες, αρκούν για να μας ντουμπλάρουν όλους τέλεια. Κι όλες οι σκηνές, μηδέ εξαιρουμένων κάποιων που πριν το πλάνο γίνει πολύ κοντινό σου φαίνονται παιχνιδάκι, άκρως επικίνδυνες.

Μπορεί να φταίει και ο παθολογικός μου φόβος για το alzheimer, η αγωνιώδης εμμονή του κεφαλιού μου να φτάνει κάθε βράδυ στο μαξιλάρι απαλλαγμένο απ΄όλα τα δευτερεύοντα, ώστε η μνήμη μου μόνιμα να επαρκεί για εκείνα που πρέπει δεν πρέπει ποτέ δεν θέλω να ξεχάσω, αν και στο τέλος δεν νομίζω πως θα αποδειχτεί αποδοτική και επαρκής ούτε αυτή η καθημερινή άσκηση. Όσα κι αν διώχνω, εκείνα που πήρα υπερδυσανάλογα περισσότερα μένουν πάντα σε σχέση με όσα έδωσα. Σε όλες μου τις μνήμες.

Τα αγκάθια του λουλουδιού πάνω στο μαύρο κάθισμα, σαν αυστηρός υποβολέας, λες και επαναλάμβαναν τον τελευταίο μας διάλογο. “Αν σου περισσεύει ένα πενηντάρικο για τρεις μέρες, μέχρι να πληρωθούμε, θα με βοηθούσες πολύ”. “Φυσικά”. Κοινότυπα σενάρια, χιλιοειπωμένες ατάκες, απόλυτα λογικό σε δεκαετιών κοινά γυρίσματα.
Γιατί η κρίση σαν γενικευμένη πραγματικότητα, οι 1.500.000 άνεργοι,  οι παραπάνω από 40.000 άστεγοι, τα μεταλλικά κλουβιά με τα στοιβαγμένα τρόφιμα στα σούπερ μάρκετ, η αύξηση 30% των καταθλίψεων και των καρδιοπαθειών, τα συσσίτια και οι σωρηδόν αυτοχειρίες μπορεί να είναι πρόσφατες ανακαλύψεις των σύγχρονων Hitchcock και των πανικόβλητων νέων βιωμάτων μας όμως η φτώχεια, οι πενιχροί μισθοί, οι δυσκολίες των ανθρώπων, το τσίμα τσίμα κι εκείνη η βία της σκέψης “δεν μου φτάνουν για να περάσω” ως μεμονωμένα περιστατικά στον περίγυρο του καθενός που δεν γεννήθηκε, σπούδασε, δούλεψε στα Κολωνάκια και τις Εκάλες, δεν έλειψαν ποτέ.
Μόνο που πριν το κάποια στιγμή να μην έχεις δεν ήταν μόνο μια φυσιολογικά προβλέψιμη κατάσταση. Μια σχεδόν προγραμματισμένη μαθηματικά συνέπεια βάσει των δεδομένων σου ήταν, που το ίδιο φυσιολογικά μπορούσες να διαχειριστείς και να προδιαγράψεις την διαδρομή της από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς την συνδρομή κανενός σοφού Ρουμπινί.
Πριν, ζητούσες ένα δεκαχίλιαρο, ένα πεντοχίλιαρο, πενήντα, τριάντα, είκοσι ευρώ από έναν φίλο, έναν συνάδελφο και το έκανες κοιτώντας στον στα μάτια και με την αληθινή σου φωνή. Όχι με εκείνη την άλλη, την ραγισμένη, που έχεις βαρεθεί να σου τρυπάει τα αυτιά περισσότερο κι απ΄όσο έχεις σιχαθεί να σιδερώνεις κάθε βράδυ την αξιοπρέπειά σου και το κάθε επόμενο πρωί να βρίσκεις στην καρέκλα μόνο τα τσακίσματα, όλα τα άλλα ξανά στο πάτωμα, κουβάρι.

Πριν, ζητούσες όσα σου έλειπαν για κάτι πραγματικά έκτακτο ή και παραπανίσιο, που όμως ανώδυνα θα έκοβες από τον προϋπολογισμό της επόμενης πρώτης του μηνός για να τα επιστρέψεις κι όχι για να βάλεις κάτι καλύτερο στο τραπέζι τώρα έστω που το παιδί γράφει πανελλήνιες. Κάτι για να κάνεις, κάπως, όπως, στα ψέμματα έστω να ελαφρύνεις το βάρος στο στήθος που τους τελευταίους μήνες δεν σ΄αφήνει μάτι να κλείσεις. Από εκείνο το μεσημέρι, που με πιο μαύρα κι από  τις προβλέψεις για την επόμενες πρώτες του μηνός και το μέσα και το έξω σου, συγκάλεσες οικογενειακό συμβούλιο, λες και θα ανακοίνωνες το τέλος του κόσμου, του κόσμου σας, για να πεις στον μεγάλο “ξέρεις δεν βγαίνουμε πια για το φροντιστήριο” και στον μικρό  “τέλειωσε πρώτα με τα Αγγλικά και αργότερα βλέπουμε ξανά για την δεύτερη γλώσσα”.
Και το τέλος του δικού τους φρέσκου σύμπαντος θα αποδειχθεί πως δεν ήταν, γεμάτη η ιστορία από νεκραναστημένες γενιές που στο τελευταίο λεπτό της παράτασης, στο τελευταίο πέναλτι, γύρισαν πολύ πιο στημένα κι απ΄αυτό ακόμη παιχνίδια, όμως του δικού σου κόσμου εκείνο το κομμάτι που μπροστά στα μάτια τους ξεριζώθηκε από μέσα σου, καμιά ανάκαμψη, ανάπτυξη, επανόρθωση ή εξίσωση δεν θα το φέρει πίσω, ποτέ ξανά. Βλέπεις όσο κι αν τις μοιραστείς τις εντυπώσεις και τα αποτελέσματα, όσο κι αν τις λειάνεις και τις γωνίες και τις πτώσεις, στις δοκούς ισορροπίας ομαδικό δεν υπάρχει. Εσύ, εκείνες και λίγα μόνο εκατοστά ευελιξίας πάντα θα είστε κι όλοι οι άλλοι θεατές απλοί, της περιστασιακά κοινής ψευδαίσθησης πως γράφετε κοινή ιστορία.


Έβαλα το λουλούδι απέναντί μου μέσα σ΄ένα πλαστικό ποτήρι μιας χρήσης μα όσο κι αν το κοιτούσα, όσο κι αν το έβριζα, δεν μου απαντούσε. Δεν με βοηθούσε να προβλέψω πόσο πιο πολύ μιας χρήσης μπορούν να γίνουν οι ψυχές των ανθρώπων που ακόμη αρνούνται να μετατραπούν σε πλαστικές, ποιου γκρεμού το χείλος μπορεί να είναι  πιο ψηλό. Το να μην έχεις για το χαρτζηλίκι τους ή το να παίζεις κρυφτό με δικούς σου ανθρώπους, σ΄έναν όροφο που κάποτε κυκλοφορούσες κι ακουγόταν το γέλιο σου πριν φανεί η μορφή σου, για  ένα κωλοπενηντάρικο.
Κατά βάθος ήθελα να το μαδήσω πέταλο πέταλο. Να παίξω μαζί του “σκάσε-μίλα” μέχρι να τα ξεράσει όλα και να μείνει μόνο το βουβό κοτσάνι. Το “μ΄αγαπάει δε μ΄αγαπάει” είναι μια προ πολλού απαντημένη, ξεπερασμένη ιστορία, εκεί που πια οι άνθρωποι με τις σιωπές, την απουσία τους κι ένα λουλούδι επικοινωνούν και βγάζουν από μέσα τους πολύ βαθύτερα απ΄όσα ποτέ οι λέξεις και η δια ζώσης παρουσία τους θα κατορθώσουν να επικοινωνήσουν.

Θυμήθηκα εκείνη την μέρα, αρχές αυτής της παγωμένης άνοιξης, όταν σε μια βόλτα λίγο έξω από την πόλη μια γυναίκα με έβρισε με τον χειρότερο τρόπο όταν έκοψα ένα τριαντάφυλλο από τα δεκάδες, εκατοντάδες ίδια που ήταν φορτωμένος ο φράχτης του κήπου της. Αυτές μάλλον θα ΄ναι οι “παράπλευρες απώλειες” της κρίσης που μας βομβαρδίζουν καθημερινά οι ειδικοί.  Να χάνεις την φωνή σου, να θέλεις να ανοίξει η γη να σε καταπιεί για ένα κωλοπενηντάρικο που κάποιος σου έδωσε και να κάνεις πόλεμο για ένα λουλούδι που σου πήρε.

Οι  άνθρωποι με τρεις μόνο τρόπους μπορούν να σε κερδίσουν, να μείνουν δίπλα σου για πάντα, είτε είναι εκεί είτε για πάντα λείπουν. Με τον τρόπο που σε κοιτάνε, με τον τρόπο που δεν σε κοιτάνε και με τις μουσικές που αγαπούν. Κάποιοι μ΄έναν απ΄όλους τους τρόπους, άλλοι και με τους τρεις.

Ήρθε στο μυαλό μου η μέρα, χρόνια πριν, τότε που είχαμε πρωτογνωριστεί και η λάμψη στα μάτια της όταν μου μιλούσε για την ζωή της και τις μουσικές που ανάμεσά τους της άρεσε να βολεύει τις μέρες της.
Έγραψα σ΄ένα χαρτί :
Must make up my mind today
What to have, what to hold
A poor man’s roses
Or a rich man’s gold
One’s as wealthy as a king in a palace
Tho’ he’s callous and cold
He may learn to give his heart for love
Instead of buyin’ it with gold
Then the poor man’s roses
And the thrill when we kiss
Will be memories of paradise
That I’ll never miss
το δίπλωσα στη μέση ευλαβικά, όπως ακριβώς είχε κι εκείνη κάνει με το πενηντάρικο, σηκώθηκα και σαν τον κλέφτη πήγα μέχρι το γραφείο της. Ευτυχώς δεν ήταν εκεί. Το έχωσα βιαστικά στο συρτάρι και γύρισα ξανά στη θέση μου. Στη μόνη θέση μου. Δίπλα σ΄εκείνο το τριαντάφυλλο. Ίσως αν έτσι, δίπλα, όχι από απέναντι, συνεχίσω να το εκλιπαρώ “οκ show me“, σαν τον Άρνι, το καταφέρω κάποτε να καταπιεί για πάντα το άχρηστο “εδώ είμαι, δεν σ΄έχω ξεχάσει αλλά ακόμη δεν έχω να στο επιστρέψω” και την ώρα που ένα ένα τα κόκκινα πέταλά του θα ανασταίνονται μου ψιθυρίσει “θα δεις, κάπως, κάπως θα τα βολέψουμε και τον χειμώνα, τότε που ούτε εσύ θα ΄χεις πια πενηντάρικα ούτε ο κήπος μου λουλούδια ίσως ούτε κι εγώ κήπο, όμως κάπως, έτσι δίπλα δίπλα, θα τα βολέψουμε..” 


Advertisements

2 thoughts on “show me

  1. Σπουδαίο κείμενο. Μία μικρή ένσταση μονάχα: η σιωπή δεν είναι απάντηση. Προσπαθεί να μεταμφιεστεί σε τέτοια, για μένα όμως είναι απλώς δειλία να εκφραστεί η όποια πραγματικότητα. Και δε μιλάμε για τις αυτονόητες σιωπές, που πολύ τις αγαπάμε. Μιλάμε μόνο για όσες κρύβουν πίσω τους αναποφασιστικότητα ή υπεκφυγή. Αυτές τις τελευταίες δεν τις αντέχω…

    Γεια σου Μόμεντ 🙂

    • στο συγκεκριμένο πάντως κειμενάκι, όλες οι σιωπές ήταν αυτονόητες..
      επί των άλλων σιωπών συμφωνώ με μια επίσης μικρή ένσταση. και οι αναποφασιστικότητες και οι υπεκφυγές, κάποιες φορές, είναι στάδια. επιβεβλημένα σιωπηλά. αναγκαία, μέχρι να ανοίξει το στόμα. διαφορετικά, ίσως και να μην πει δικές του λέξεις αλλά του φόβου του..

      γειά σου και σένα ξενιτεμένη 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s