ακόμη.jpg

Δυο τρία ακόμη τσαντισμένα ζουλήγματα στο μπουκάλι τoυ after sun. Πιο άχρηστοι κι απ΄όσο κάλπικα αστραφτεροί είναι τελικώς μερικοί νεωτερισμοί, στο τενεκεδένιο κουτί της nivea που ήταν και after και before μπορούσες μέχρι και να βουτήξεις ένα ένα τα κοκκινισμένα γόνατα και να την στραγγίξεις.  Το τελειωτικό χτύπημα στην παλάμη με το ζόρι για να βγουν δυο τρεις ακόμη μισές σταγόνες και στο αγγιγμά τους σχεδόν ακούς το “αχ” από τους τσουρουφλισμένους ώμους, σχεδόν πονάνε τα μπράτσα.

Πλέον το ίδιο και περισσότερο πονάει και τσουρουφλίζει η τιμή του, αλλά έτσι είναι τα deals με πτωχευμένους Ιούνηδες. Για να τηρήσουν όσα τσουξίματα σου έταξαν πρέπει πρώτος εσύ να τιμήσεις την αρχική υπογραφή σου. “Τι θέλεις να σου φέρουμε από τον “πολιτισμό”? “Τίποτα. Τις απολίτιστες γωνιές του μυαλού σας μόνο, αν έχει κάποια περισσέψει, και προ παντός όχι κρίσιμους υπολογισμούς” “οκ Παρασκευή με το βραδινό θα είμαστε εκεί”. Και πρέπει η πιο κεντρική απ΄όλες τις αρτηρίες των νυν σου να είναι μη αναστρέψιμα χρεοκοπημένη, φραγμένη 100%, ίχνος οξυγόνου να μην φτάνει πλέον στον εγκέφαλο χωρίς να προηγηθεί μηχανική διάνοιξη από κάποια αεί ωφέλεια, για να είσαι σε θέση να βρεις χώρο μέσα του για κάθε είδους αποτίμηση πέρα από το άθροισμα της στιγμής, εκείνη την ώρα.

Εκεί γύρω στις τρεις, στις τέσσερις. Όταν η χαρά, ο ήλιος και το βουητό από την πρωινή βόλτα στο κτήμα με τα μελίσσια και το αμπέλι σ΄έχουν ζαλίσει περισσότερο κι απ΄όσο η άμμος τις πατούσες σου, όταν ο αέρας του μεσημεριού πηγαινοφέρνει τις κουρτίνες μέσα έξω από την δροσιά του δωματίου και  δυο βήματα μακριά από νωπές ακόμη σαγιονάρες, πετσέτες και μουσκεμένα μακώ ένα πεσμένο κλαράκι από την βουκαμβίλια, που δυο μέρες τώρα προσέχεις μη έστω και κατά λάθος το ακουμπήσουν η σκούπα και το φαράσι, επιμένει κι από τις εμμονές σου πιο παθιασμένα πως όχι. Δεν είναι σκουπίδια όλα όσα ξεθωριάζουν, παλιώνουν, ξεραίνονται, μουχλιάζουν, χλωμιάζουν. Όπου κι αν  το παθαίνουν, μέσα ή έξω σου, κάποια εξαιρούνται. Τόποι, μάτια, ντουβάρια, λιακάδες, χέρια, μυρωδιές, t-shirts, λέξεις, ακτές, έπιπλα, ιδρώτες, μερόνυχτα, βήματα. Καστράκια στην άμμο, items ηττημένα. Προσωρινά στοιβαγμένα όλα στο recycle bin σου κι ούτε που θα σε ρωτήσουν ποτέ ποια ώρα ακριβώς θα αυτονομηθούν ολοκληρωτικά και δεν θα τους φτάνει να αλλάζουν από μόνα τους το sort από by name σε by date, θα πατήσουν και το recover.

Εκεί, γύρω στις έξι με επτά είναι μια απ΄ τις ώρες που προτιμούν. Με θερινή ώρα. Τότε, όταν ανοίγεις τα μάτια και δεν σου χρειάζεται ρολόι για να πεις πως τόσο είναι,  ούτε νωρίς ούτε αργά για σήμερα, ούτε αργότερα ούτε νωρίτερα για όλα, μόνο μετά τις έξι και πριν τις επτά είναι το ξέρεις από την ριγωτή σκιά των παντζουριών που μόλις έχει κατρακυλήσει απ΄ το ταβάνι και στέκεται γαντζωμένη στο κάτω μέρος του τοίχου και το μισό πάτωμα. Μάλλον ακόμη ονειρεύεσαι πως κοιμήθηκες και πως ξύπνησες αλλιώς τι μπορεί να θέλει εδώ η σκιά των παντζουριών εκείνου του Ιούνη στην Αμοργό, όχι εκείνη στον Αη Γιάννη είναι,  μπορεί κι αυτή μιας προιστορικής βδομάδας στην Ικαρία, ναι αυτή είναι, αν κι όσο πλησιάζει όλο και πιο πολύ φέρνει στην άλλη σ΄εκείνον τον ξενώνα  στην Βάθια, αλλά και πως δεν είναι αυτή που της άρεσε να πεθαίνει κάθε μέρα ακριβώς στις οκτώ και πάντα κάτω από το πρόσθετο κρεβάτι-ράντζο εκείνου του τετράκλινου στην Ουρανούπολη, δεν μπορείς να ορκιστείς.

Έξω από το παράθυρο οι φωνές κάτω από το αρμυρίκι έχουν λιγοστέψει, ένα χέρι ζωντανεύει στο άλλο μισό του σεντονιού, αλλάζει πλευρό και προσγειώνεται τροχιοδρομώντας προσεκτικά στην ευθεία λαιμός, ώμος, μπράτσο σου, άχρηστα και τότε και τώρα τα after sun, μόνο με  δάχτυλα, έστω και προσεκτικά πια,  γρηγορότερα γιατρεύονται όλα τα εγκαύματα. Από την αυλή έρχονται γέλια  ανακατεμένα με  τον ζωηρό ήχο του κουταλιού μέσα στο μπρίκι που ανακατεύει και το μουρμουρητό του νερού που τρέχει στο λάστιχο εδώ και ώρα, σε μερικούς τόπους καφέδες ούτε σκέτοι ούτε με ολίγη σερβίρονται τους Ιούνηδες, κάποιος ρωτάει “απόψε είναι πανσέληνος ή του λείπει ακόμη ένα κομματάκι”?, η τελευταία ρίγα της σκιάς του παντζουριού βιάζεται να υψώσει ανάστημα από εκεί που σέρνεται και να βγάλει γλώσσα περί κρίσιμων υπολογισμών “δάσκαλε που δίδασκες” στη φωνή του οικοδεσπότη πριν καν εκείνη ακουστεί “δεν είναι ρε όλα τόσο διαφορετικά εδώ, το φεγγάρι είναι ίδιο όπως στα μέρη σας.  ο καθένας το δικό του βλέπει” και το δωμάτιο έχει αποκτήσει χίλια παράθυρα, δέκα ταβάνια άλλα τόσα πατώματα και κανένα παντζούρι. Μόνο φεγγάρια κρέμονται από παντού. Πολύ, πολύ σύνθετο για να ΄ναι όνειρο αν δεν σε λένε και Federico και Fellini και δεν έχει πάει ήδη 81/2, ναι έχεις σίγουρα ξυπνήσει, μόνο σε θόλωσαν για λίγο, για τόσο μόνο λίγο σε μπέρδεψαν οι απογευματινές σκιές των παντζουριών του Ιούνη που όσο κατεβαίνουν από το ταβάνι, όσο σβήνουν προς το πάτωμα, όλο και πιο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους, ίδιες όλες γίνονται.

Αντίστροφα ακριβώς απ΄τους ανθρώπους που πριν τους δεις να πέφτουν, να χαμηλώνουν απ΄ότι κι αν έχουν ορίσει ως “οροφή” τους και να κυλιούνται στα πατώματα, δεν έχεις την παραμικρή ιδέα με ποιον ακριβώς έχεις να κάνεις. Σαν τα καλοκαίρια σου είναι οι άνθρωποι. Μόνο όσο κονταίνουν, συρρικνώνονται, βρίσκει το καθένα την σωστή θέση και διάσταση μέσα σ΄εκείνο το χύμα πεταμένο στα favorites “summers“, που όταν θέλησες σε “my summers”  να το μετονομάσεις ξεκάθαρα το πήρες το μήνυμα, “μη επιτρεπτή ονομασία δοκιμάστε “my-summers”. Και μπορεί αρχικά ως δυσνόητη ατέλεια της όλης διαδικασίας να θεώρησες την προϋπόθεση να σε διαχωρίσεις από γενικώς και αγαπημένα και καλοκαίρια αν θες στα δικά σου πιο κοντά να βρεθείς, όμως η μανία να ζουμάρεις και να σε ψάχνεις πίσω από κάθε κάδρο και πλάνο γενικό δεν είναι χόμπυ για να επηρεάζεται από την τελειοποίηση των δεξιοτήτων σου με τον καιρό, αρρώστια ανίατη είναι και ώρες ώρες γίνεται και κολλητική.

Εκεί, γύρω στις έντεκα, στις δώδεκα. Όταν η απέναντι από την θάλασσα πλευρά φωτίζεται μόνο από πέντε έξι κάφτρες που φαίνονται κι άλλες τόσες κρυμμένες μέσα στην κάθε μια ορατές μόνο από τα δάχτυλα που κρατούν την κάθε φανερή,  από μερικές μπύρες στερεωμένες στην άμμο και στην υγρασία της νύχτας και που και που κανένα flash. Σκέτο χωρίς back. Τα back δεν είναι να τα εμπιστεύεσαι σε κάτι τέτοια σκηνικά, ένα λάθος κλικ και είναι ικανά όχι μόνο το φως κάθε πορτρέτου αλλά μέχρι και τον κεντρικό προβολέα του φεγγαριού να εξαφανίσουν από την σκηνή. Όπως ακριβώς και τα σκέτα play, ακόμη και σε καραόκε εκδοχές, ακόμη κι εκείνα που ο καθένας μόνος και μόνο στο κεφάλι του μέσα ακούει, σαν  τις αόρατες κάφτρες που ο καθένας από διαφορετικές καίγεται. “κοίτα, μια βάρκα, εκεί, εκεί εστίασε”, “πως πέρασαν έτσι οι μέρες?”, “πως πέρασαν τόσα χρόνια?”, “χρόνο για πέταμα μπόλικο έχετε εδώ κάτω δίχτυα με τέτοιο φεγγάρι?”, “με το τελευταίο να φύγουμε αύριο”, “gone the summer gone the past and now it’ s done..”, “δεν είναι μια βάρκα ο Σταμάτης είναι, απ΄όταν πέθανε η γυναίκα του κι έφυγαν τα παιδιά για την Αθήνα καμιά του νύχτα δεν χωράει στο σπίτι, τις φορτώνει όλες στα δίχτυα και τα φέρνει πίσω άδεια κάθε ξημέρωμα”, “κοίτα το φως σαν να ακολουθεί τα απόνερα είναι”, “the lane is laced with ashes..”, “τελικά είσαι ευχαριστημένος εδώ?” “αύριο ένα μόνο έχει πρωί πρωί”, “εσείς εκεί καρφωμένοι επειδή είσαστε ευχαριστημένοι μένετε?”, “my road is paved with fear..” , “χρόνια έβλεπα το νησί στα must για καλοκαιρινές αποδράσεις όμως αν δεν τον δεις με τα μάτια κάποιου που κάθε μέρα τον ζει, κανένα τόπο δεν γνωρίζεις”, “ούτε και άνθρωπο”, “and i’ve got nothing to live up to and nothing to reveal..”


Δεν θυμάμαι πως τα λέγαμε παλιά εκείνα τα σαββατοκύριακα, τα τριήμερα, τις βδομάδες που ξεκινούσαν με το που πατούσαν τα ολοκαίνουργια άσπρα superga το κατάστρωμα ή μόλις κατεβάζαμε τέρμα το χειροκίνητο τζάμι στα πρώτα διόδια. “Ταξίδια” ίσως, ίσως “διακοπές“, “μερικές νύχτες μαζί“, “εκδρομές“, μπορεί απλώς “είμαστε“, μπορεί απλώς “ζωντανοί“. Πάντως αποδράσεις, σαν να ΄μαστε tour operators, ούτε καν τουρίστες στις μέρες και τις νύχτες μας,  δεν τα λέγαμε. Από πουθενά δεν έπρεπε να το σκάσεις για να δικαιούσαι μερίδιο στα αυτονόητα.

Σε μονά κρεβάτια κολλημένα και γεμισμένη την χαραμάδα αναμεσά τους μ΄ένα τσαλακωμένο μόνιμα υγρό σεντόνι και μια χούφτα μαζί, σε μια τηγανιά πατάτες που μύριζαν πατάτες, σε μια ντομάτα παλαιάς κοπής από εκείνες που είχαν αρχές κι έμεναν αιώνια πιστές  στη δική τους γεύση ακόμη και μέσα στο γεμάτο με πατάτες που μύριζαν πατάτες στόμα, στη γλώσσα του Mick πάνω σ΄ένα μαύρο μακώ να γλύφει την πλάτη σου όσο δυο χείλια -που σίγουρα δεν ήταν του Mick γιατί ήταν δέκα φορές πιο rock- χόρευαν για δευτερόλεπτα πάνω στο άσπρο σημάδι του μαγιώ εκεί στο χωλ στη μέση της διαδρομής κουζίνα-αυλή μ΄ένα πιάτο κεράσια στα χέρια και χωρίς ποτέ συνέχεια καμιά -δεν είναι όλα τα δευτερόλεπτα το ίδιο πλεονέκτες, μερικά αρκούνται στο αφού περάσουν να μην θυμάσαι αν τα κεράσια τα πήγαινες έξω ή τα έφερνες μέσα αλλά όταν το βρεις ποτέ να μην ξεχάσεις που τελικά τα πήγαινες, δεν έχουν ανάγκη όλα τα δευτερόλεπτα και να τσαλακωθούν μέσα σε χρόνων ρουτίνες για να αυτοεπιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους-,  σε μια ποικιλία μια τυροκαφτερή και μια άντε δύο μπύρες στα δύο στα τέσσερα άντε στα έξι και τον λογαριασμό στα ένα γιατί τότε ακόμη στα ζόρια οι έξι, οι τέσσερις, οι δύο γίνονταν ένας κι όχι ανάποδα,  σ΄ένα κουκούτσι από καρπούζι που έπεφτε μαζί με το μαγιώ, στροβιλιζόταν για λίγο αναποφάσιστο γύρω από το σιφόνι της ντουζιέρας αλλά τελικά έπαιρνε για πάντα μαζί του στον τάφο το μυστικό για τις συνθήκες θανάτου του, σε φεγγάρια που δεν ήταν ανάγκη να είναι ολόκληρα έτσι από τον δικό σου πλανήτη για να φαίνονται, σε σκεβρωμένα από το αλάτι παντζούρια που ανοιχτά κλειστά, είχαν θέα σε ανέγγιχτες, ατόφιες σταγόνες μπλε cobalt και πράσινου viridian όπως ακριβώς βγαίνουν από το σωληνάριο. Με τίποτα αραιωμένες, με τίποτα ανακατεμένες.

Ούτε από του οικονομικού σου προϋπολογισμού το παράθυρο ήταν απαραίτητο να δραπετεύσεις για να σου ανήκουν όλα αυτά, ούτε από εκείνον του κράτους, ούτε από τα ανελέητα ρολόγια σου, ούτε από τα σύνδρομα τα ενοχικά σου που ούτε θυμούνται πια για την κάλυψη ποιου ακριβώς ενόχου εφευρέθηκαν, ούτε από τις έξω ραφές της μεσήλικης ηθικής σου που το πόσο έγινε εξπέρ στο να κρύβει στο μέσα τσεπάκι τα πιο πολύτιμα ξέφτια σας είναι το μεγαλύτερο PhD σας, ούτε από την σύγκριση και του μέσα και του έξω εκείνων των polaroid και των magenta που σκανάρεις και σορτάρεις κατά δεκάδες με το που θα μπει ο Ιούνης με το μέσα και το έξω όλων των dsc, ds.κάτι, κάθε κάτι.jpg που δεν ξέρεις πια πως να χωρίσεις, που να  χωρέσεις, πως να τις πεις.

Τόσοι Ιούνηδες κι ακόμη ελπίζεις, ακόμη να το αποδεχθείς πως αυτές ούτε απ΄έξω από το recycle bin δεν θα περάσουν ποτέ χωρίς να σε ρωτήσουν, απ΄αυτές εύκολες λύσεις, αυτονομήσεις, recover και μετονομασίες δεν έχεις να περιμένεις, με τα χέρια σου πρέπει και φέτος να τους προτείνεις το “είμαστε ακόμη ζωντανοί” κι αν το δεχτούν το δέχτηκαν και το “we-are-still-alive” που θα σου αντιπροτείνουν μην το αποδεχτείς. Παγίδες κατευθυνόμενες από δούρειους ίππους και ιούς καταστροφικούς κι αγιάτρευτους είναι οι διαχωρισμοί με σκέτες παύλες χωρίς τελείες, στην ανάγκη πες τες απλά “ακόμη“.

Advertisements

4 thoughts on “ακόμη.jpg

  1. καλά τα ξόρκισες όλα τα θερινά jpeg με λόγια, αλλά εισιτήριο έκλεισες; ή όχι ακόμη;
    (μεγάλο φιλί-ride like the wind baby)

    • που να βρω εισιτήριο, δεν έχει μου είπαν. τα ΄χει κλεισμένα όλα με ημερομηνίες ανοιχτές μία που πάει έρχεται πάει έρχεται πάει έρχεται, like the wind.
      xxxxxxxxxxxxxxxxx

  2. να σου αφήσω ένα ”αχ” και να ξεγλυστρήσω μαζί με το coppertone στα δίχτυα μιας αυταπάτης που δεν ακούει πια σε όνομα.

    • περίμενε να πάρω το καπέλο μου κι έρχομαι να την κάνουμε μαζί να απαντήσει. κι ας μην ακούει.. (χαρά έχω που σε βλέπω εδώ. μεγάλη. πιο μεγάλη κι από το αχ)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s