city stories: “don’t explain”


Τρίτο καλοκαίρι στη σειρά που παρέα θα το παρακολουθούσαν να ρυτιδιάζει όσο να ανοίξουν 30-40 φορές οι μπαλκονόπορτες, να κουνά μαντήλι με το που η Μαρίνα στο μανάβικο θα μάζευε πάλι μέσα τα πολύχρωμα καφάσια. Εκείνος από το φινιστρίνι του 2ou, εκείνη από αυτό του 3ου. Ο ένας για τον άλλον, ό,τι και ο καθένας τους για τους των υπόλοιπων του πληρώματος.  “Η του τρίτου“, “Ο του δεύτερου“. Ακόμη και οι πιο περαστικές από τις πυξίδες του, οι πιο συμπτωματικές φουρτούνες του, σαν να τις διάλεγε. Όλες πάνω από αυτόν, πάνω από τα γνωστά τα στεριανά του, πάνω του. 

“Καλημέρα”, “καλησπέρα”, “ζέστη”, “ακρίβεια”, τέτοια. Φτηνά. Στα σκαλιά, στην εβγα, μπροστά στα καφάσια, στην εξώπορτα. Τρία καλοκαίρια.
Τα πιο πολλά και μαζεμένα, τα πιο ακριβά  που ΄χαν ποτέ ανταλλάξει, μια Δευτέρα, μόλις είχε μπει Ιούλιος. Παραλίγο να τρακάρουν τα δάχτυλα πάνω στο  “Ισόγειο”. Το δικό της φρέναρε μισό εκατοστό πριν, ένα από το “Κουμπί Κινδύνου”, το μπράτσο της τρία εκατοστά από την γραβάτα του.  Όλες του κόσμου οι μετωπικές ένα σενάριο. Καρμπόν. Στον πόντο πάντα ή την γλυτώνεις ή σε γλυτώνει ή για ελάχιστα εκατοστά δεν γλυτώνει κανείς.
“Καλό μήνα, καλή δουλειά, επίσης, καλημέρα”, δυο πιο ξεχειλωμένα κι από νύχτα του Αντονιόνι χαμόγελα. Όλα, όσο της κρατούσε την πόρτα του ασανσέρ. Και πολλά, πάρα πολλά ήταν. Πόσο πιο πολύ να αντέξεις να ιδρώσεις από τον 2ο μέχρι το ισόγειο?  

Την εξώπορτα ούτε εκείνη την Δευτέρα ούτε και ποτέ πρόλαβε, ούτε και ήθελε πια, να της την ανοίξει. Τρία καλοκαίρια κι ένας όροφος απόσταση ασφαλείας αρκούν για να την έχεις μάθει. Να ξέρεις πως μεγαλύτερη αβρότητα θα θεωρήσει που και σήμερα θα το ξεροκαταπιείς. Που μόνο από μέσα σου και σήμερα θα αναρωτηθείς όσο κατεβαίνει τα τρία σκαλοπάτια, ξεκλειδώνει, βγαίνει, στρίβει δεξιά στο πεζοδρόμιο, ξέρει πως την κοιτάς. Μόνο θα αναρωτηθείς, δεν θα ρωτήσεις. Ούτε αν είναι αληθινό εκείνο το λακάκι στην πλάτη της ή το φτιάχνει από πείσμα το άσπρο μπλουζάκι επειδή του κόβει την ανάσα η ζώνη που το στριμώχνει στην φούστα, ούτε πότε σκοπεύει να βγάλει αυτά τα ηλίθια, μοντέρνα, αθόρυβα παπούτσια και να ξαναβάλει τις γόβες που φορούσε τη μέρα που την γνώρισες. Στις σκάλες του 1ου, ένα από τα πρωϊνά που το ασανσέρ είχε πάλι στραβοξυπνήσει.
Mάϊος ήταν, μπορεί και Οκτώβρης. Δεν θυμόταν πια. Με τα ενδιάμεσα τα πήγαινε πλέον χειρότερα κι απ΄όσο με τα μουλαρωμένα ασανσέρ. Ναι, όχι, καλοκαίρια, χειμώνες, τελείες, παύλες,  τα μόνα που κρατάς από έναν γύρο της παρτίδας και μετά.  Όσο λιγοστεύουν οι άσσοι που ακόμη δεν πέρασαν, μόνο τα σίγουρα πάνω σου κρατάς. Τα μάλλον, τα ίσως, άνοιξες και φθινόπωρα, μονόπολες για ατζαμήδες. Για όσους και από 29 και από 30 δικαιούνται ακόμη να τραβούν, ανυποψίαστοι πως και 31 που θα ΄ρθει μπορεί να καούν, πως ίσως έχουν ήδη από το 20 ζεματιστεί. 

Εδώ και ώρα αγωνιζόταν να θυμηθεί αν είχαν ανταλλάξει ποτέ μια “καληνύχτα”.
“Όχι”
ακούστηκε η λεπιδιά από την κουζίνα.
“Όχι τι?”
“Τώρα δε ρώτησες αν έχουμε μπύρα παγωμένη?”
Καλά, θα ανοίξω κρασί”. 

Σε έντεκα καλοκαίρια και με κανέναν όροφο διαφορά δεν τις μαθαίνεις απλώς, διατριβή κάνεις. Τώρα που ακριβώς θα βρεις αξιοπρεπή πλήρη απασχόληση και ποιος θα εκτιμήσει για πάνω από μερικά ψίχουλα γνώσεις και προϋπηρεσίες, δίχως να περάσει ένσημο που να μη σου χτυπήσει πως και χάρη σου κάνει, ας το σκεφτόσουν όταν επέλεγες κλάδο σπουδών και πανηγύριζες κάθε φορά που κάποια  υπέγραφε ένα ακόμη “λίαν καλώς” σου. Πάνω στις ανάσες σου, στα δάχτυλα, σκυμμένες ανάμεσα στα πόδια σου όταν υπέγραφαν.
Όλα, όλα από μέσα σου να τα αναρωτιέσαι κι όταν απαντάς, αποκλειστικά στις λέξεις τους να αυθαδιάζεις. Αυτό αν μάθεις, όλες τις έμαθες. Στις λέξεις τους. Μόνο. Όχι και σε εκείνες, ποτέ στο ύφος που νιαουρίζει “και τι σε νοιάζει, αλλάζει το τι πίνουμε τις μουσικές της από πάνω..?” Και φίδι Αυγουστιάτικο, λιγότερο θα σφύριζε το “της από πάνω..”.

Άφωνα τον ρώτησε, άφωνα της απάντησε σαν αριστούχος που ήταν, άφωνα προτίμησε και λιγάκι ακόμη να παραδοθεί στο ερώτημα περί “..της από πάνω”. Του κόλλησε κι ένα “..μου” στο τέλος, ευκαιρία ήταν ξανά τώρα που κανείς δεν άκουγε. Κόκκινο βραστό νερό να είχε μέσα το ποτήρι, λιγότερο θα τσουρουφλίζονταν τα δάχτυλα, ο λαιμός, το μυαλό του. “..της από πάνω μου” επανέλαβε άφωνα και το ξαναγέμισε βιαστικά. Δυο γουλιές ακόμη και θα σταματούσε το μούδιασμα. Θα πέθαιναν ταυτόχρονα.  Και τα δάχτυλα και ο λαιμός και το μυαλό του κι εκείνη μαζί τους. Εκεί. Πάνω του.
Μέχρι να σωθούν μερικές γουλιές, μέχρι από ένα ανυπόστατο “..μου” να γυρέψεις να σε σώσει, όλα έχουν τελειώσει κάποιες φορές. Κι όταν σε ζώνουν τα φίδια και οι λεπιδιές από παντού και κανείς δεν ακούει, λόγο δεν έχεις για  εκπτώσεις σε λατρεμένες σου πληγές και βασανιστικά να το καθυστερείς, καλύτερα  μια κι έξω να πας.

Αν αλλάζουν λέει τα ποτά με τις μουσικές. Και το πιο φτηνιάρικο μπορούσε να μεταμορφωθεί σε παλαιωμένο τουλάχιστον έντεκα χρόνων και κανενός ορόφου διαφορά με το που οι πρώτες νότες του Dexter πιάνονταν από το γαντζωμένο στα κάγκελα γιασεμί και άρχιζαν να κατεβαίνουν. Don’t Explain.
Χίλιες φορές το είχε φιλμάρει.  Στο 3:00 και κάτι η ιδανική στιγμή για να αγγίξει το κουδούνι της. Ένα λεμόνι, λίγη ζάχαρη, “εσείς έχετε ρεύμα?”. Πάντα κάτι βρίσκει ο διαχειριστής για να σου χτυπήσει και να σου πλασάρει τον λογαριασμό για ό,τι κατανάλωσες από τα κοινόχρηστα καθόλου εν αγνοία σου. Προφάσεις εν αμαρτίαις, μπορεί κι ανάποδα, όπως και να ήταν “λιαν καλώς” έγραφαν  οι πάπυροί του και στα δύο. 

Υπολόγισε πως πρέπει να είχε ήδη ξεπεράσει το 1:50. Πέρασε  αγχωμένα τα δάχτυλα στα μαλλιά δίχως ξανά  να ΄ναι σίγουρος αν τα ανακατεύει, τα στρώνει ή πάλι να πιαστεί προσπαθεί.  Μετά τρία ποτήρια κόκκινο βραστό νερό και χωρίς να θυμάσαι πόσο άσσοι έχουν περάσει το θέμα είναι μόνο να προλάβεις να ανέβεις τις σκάλες, έστω και στα γόνατα. Όπως κι αν είσαι, να είσαι εκεί έγκαιρα. Στο 4:50. Τότε ακριβώς να κλείσει η πόρτα πίσω σου και να ΄χει ακόμα 1:08 μέχρι να σου πει “του φτάνουν νομίζω τρία καλοκαίρια του πληθυντικού, τι λες?”  

Δεν περίμενε κανέναν. Η καλύτερη ώρα τους. Βράδυ Ιούλη όταν δεν περιμένουν κανέναν. Ξυπόλυτες, μισονυσταγμένες, περίπου όρθιες, περίπου ξαπλωμένες. Μαλλιά μαζεμένα άτσαλα, ξεθωριασμένα μακώ, ντεμοντέ σορτσάκια με ξέφτια από ψαλιδισμένα παλιά τζην, η ξεχειλωμένη τιράντα δεν νοιάζεται να κρύψει ένα μικρό σπυράκι στον ώμο, η μικρή πανάδα στο μέτωπο επιτέλους αναπνέει χωρίς να την φιμώνει το κονσίλερ, ρυτίδες ολόγυμνες. Βουτηγμένα όλα στην μυρωδιά που έχει το αφρόλουτρο μόλις περάσουν από πάνω του δυο-τρεις ώρες καλοκαίρι. Κανενός την ομορφιά και το ειδικό βάρος δεν κατέχεις αν δεν τον έχεις δει έτσι. Βράδυ Ιούλη, ξυπόλυτο και τα πλακάκια να ζεματάνε στο φως ενός μόνο πορτατίφ, κυρίαρχο μέσα στον δικό του χώρο. Εκεί που τα πιο παράλογα θηλαστικά της πλάσης πότε υψώνονται και πότε χαμηλώνουν για να συναντιούνται με τις αληθινές έσω διαστάσεις τους και μαρτύρια, όχι με εκείνες των περιστάσεων και των έξωθεν μαρτυριών της παράλογης πλάσης τους. 

Ψηλή δεν ήταν, αν και κοντή δεν την έλεγες. Ούτε γεμάτη, αν και στην παρέλαση των λεπτοκαμωμένων σε κάποια σειρά προς το τέλος θα την έβαζαν. Δεν ήταν παρά εκείνη του 3ου. Του αρκούσε. Και για απόψε του αρκούσε. Του έφτανε που τρία καλοκαίρια μετά ακόμη δεν τον είχε αφήσει να ξεκαθαρίσει αν, κάθε φορά που έγερνε ανεπαίσθητα, σχεδόν αόρατα, το κεφάλι της όταν του χαμογελούσε, ήθελε να ανέβει και να βουτήξει από την ταράτσα ή να πετάξει εκείνην από εκεί πάνω. Κι ας περνούσε όλη η πολυκατοικία για πάντα και τους Ιούληδες και τους Αύγουστους με τον Μαρτάκη του πιτσιρικά στον πρώτο. Και ως τον Μπακαλάκο της απέναντι στο ρετιρέ μερικές Κυριακές απόγευμα ας ξέπεφταν όλου του τετραγώνου οι καύσωνες, εκείνος να σωνόταν. Μια φορά. Όσο και του John και του Dexter και του Sonny και του Chet μαζί τα σαξόφωνα θα έπαιζαν συγχρονισμένα για να της κρατάνε ρυθμό. Όσο τον έσφιγγε με τις γάμπες της και κουνιόταν πάνω του αργά, όλο και πιο αργά κι εκείνο το λακάκι στην πλάτη της τον κοιτούσε κατάματα και τραγουδούσε “Αληθινό είμαι κι όταν ξαναμείνει ακίνητη μπορείς πάλι να με φιλήσεις”. Κι όταν πήγαινε να αρθρώσει κι αυτός μια λέξη, έναν δικό του στίχο, εκείνο έλεγε “σςς don’t explain”.  Kαι πάλι ρεφρέν. “Αληθινό είμαι κι όταν ξαναμείνει ακίνητη μπορείς πάλι να με φιλήσεις..” Πάλι και πάλι. Μια φορά.

“Τι? Ζάχαρη? Λεμόνι?” τον ρώτησε παραμερίζοντας το ξαφνιασμένο της σορτσάκι για να περάσει.
“Το λέω γιατί είναι κάπως αργά για καλημέρα. Κάτι άλλο θα σας έλει…. Θα σου έλειψε. Τρία καλοκαιρία του φτάνουν του πληθυντικού, τι λες?”

Στις λέξεις. Στις λέξεις τους μόνο ν΄απαντάς.  Όχι στο επεξηγηματικό σούφρωμα των χειλιών  “Αν και το σας δεν ήταν πληθυντικός κι εκείνη και σένα εννοούσα'” .

“Μια καληνύχτα μου λείπει. Σκέτη, χωρίς υποσχέσεις για ουρά. Εξαντλημένη, ξέψυχη, αδειασμένη από όλες τις πιθανότητες. Σκέφτηκα πως ίσως και να είχες κάποια. Αν δεν την χρειάζεσαι φυσικά”.

Η κλίση του κεφαλιού της έγινε ελάχιστα πιο έντονη. Όχι, δεν το έκανε μόνιμα όταν χαμογελούσε. Μόνο όταν  γελούσε βγαίνοντας από ασανσέρ το πάθαινε κι όποτε μέσα στη νύχτα της χτυπούσε το κουδούνι ο από κάτω για να δανειστεί μια καληνύχτα που χρόνια πολλά του ΄χει τελειώσει κι εκείνη έλεγε “άλλαξε αν θες την μουσική, βάλε ότι θες, θα πιείς μια μπύρα?”

Στις λέξεις τους. Μόνο σ΄αυτές κι αυτό αν στοιχειοθετούν απάντηση που να μην επισύρει “μα εσύ έλεγες..”. Αλλιώς, χωρίς μιλιά να τις αφήνεις να πηγαίνουν ξυπόλυτες στην κουζίνα, άλαλος να κοιτάς τις πατούσες τους όσο προσπαθείς να μην ακούσουν την ανάσα σου ούτε το πίσω κομμάτι από το σορτσάκι ούτε το μπροστά από το μακώ, που σαν το κεφάλι της όταν γελάει, ανεπαίσθητα γέρνουν μια δεξιά μια αριστερά σ΄όλη την διαδρομή. Σαν υπνωτισμένος να πηγαίνεις έως το στερεοφωνικό, να κάνεις πως δεν βλέπεις την φωτογραφία, δεν σε νοιάζει από κοντά να τον δεις, αρκεί που τον είδες από το μπαλκόνι να φεύγει για απόψε. Αμίλητος να αλλάζεις το cd “ό,τι θες” είπε, στις λέξεις τους, στις λέξεις τους μόνο, χωρίς λόγια. Να γράψει η οθόνη  – track 02 – I’m a Fool to Want You-  κι ό,τι προλάβεις να ζήσεις μέσα σε 6:43, αυτό θες. Τελειώσανε τα ψέμματα, αντίστροφα μετρούν οι αλήθειες, ό,τι ψέμα προλάβεις να σώσεις μέσα σε 6:43. Μια καληνύχτα ήρθες να δανειστείς και να δανείσεις, όχι ολόκληρη την νύχτα. Οι ολόκληρες νύχτες είναι από μονάχες τους ουρές, υποσχέσεις, θάλασσες πιθανότητες. 

Στο 1:10 ακούς τον χορό από το καπάκι της μπύρας πάνω στον πάγκο, κοντοστέκεσαι στη μέση του σαλονιού. Το πιο αγαπημένο σου σημείο, σε όποιο σαλόνι κι αν βρίσκεσαι. Ίση απόσταση και από to fool και από το want και μόνο χρόνο χάνεις όσο την περιμένεις στη μέση να ΄ρθει κι εκείνη να σταθεί. Τρία καλοκαίρια αμφιβολίες κι έναν ολόκληρο όροφο χώρο σου παραχώρησε για να την μάθεις, δεν θα ΄ρθει. Στη μεριά του want θα μείνει, εσύ πρέπει να πας, εσύ να την μηδενίσεις την απόσταση ανάμεσα στα χείλια σου και τα ξέφτια από το σορτσάκι. Τα χείλια σου καίνε, εκείνα πονάνε, τα ξέφτια πάντα αντέχουν, τόσα καλοκαίρια το μαθαίνεις αυτό σε όποιον όροφο και γειτονιά κι αν υποκρίνεσαι και τον καθηγητή και τον σπασίκλα.
2:90. Η ανατριχίλα του αφρού με το που συναντά το ποτήρι, μόλις που ξεχωρίζει πίσω από τη φωνή της. “Έμαθες πως ξενοικιάστηκε το τριάρι στον τέταρτο? Οι προηγούμενοι έλεγαν πως έχει πολύ όμορφη θέα….”

Όλες. Όλες οι μετωπικές, ένα σενάριο. Καρμπόν. Εκεί στο 3:00 πάνω κάτω. Τρία λεπτά, τρεις μήνες, τρία χρόνια το πολύ αφ΄ότου ξεψυχήσει και ο τελευταίος πληθυντικός, όλες να φύγουν από πάνω σου. Εσύ πάνω τους να πας. Οριστική οπισθοχώρηση στου fool την πλευρά. Εκείνες να αράξουν από κάτω σου,  να βολευτούν και να περιμένουν με όλα να τα καταφέρνεις. Και με την μουσική και με τον ρυθμό και μ΄εκείνες και με σένα και με όσα είπαν και έκαναν οι προηγούμενοι. Μ΄αυτό ειδικά το sos στις εισαγωγικές αν τα καταφέρεις, κούτσα στραβά κι όλες τις άλλες τάξεις θα περάσεις. Καρμπόν.

“Αν και από τον δεύτερ……..”.
Κανείς.

Έριξε μια ματιά στο μπαλκόνι, ανέβασε δυο γραμμές την ένταση της μουσικής, άδειασε την μπύρα και από τα δύο ποτήρια στη γλάστρα με το μη με λησμόνει.  Δεν είχε ανάγκη, από σπόροι ακόμη τύφλα και τυφλά είναι αυτά κι από άλλων ποτήρια μόνο αν θες να μάθεις τα μυστικά τους αξίζει να πίνεις. Tίποτα δεν κρύβουν κάποιες μετωπικές. Όλα φως φανάρι. Κατακόκκινο φανάρι. Μια φορά αν δεν προλάβεις να φρενάρεις μα αναλάβεις cash κι επιτόπου να πληρώσεις, μισή φορά να την χαλάσεις την πιάτσα, τόσο ύποπτο και παράξενο θα εκτιμηθεί που πριν καν την πρώτη μπύρα θα ΄χουν αναζητήσει την σιγουράντζα της ασφαλιστικής και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Σίγουροι να ΄ναι με μάρτυρες και υπογραφές πως κι αυτή η ζημιά κάποτε θα πληρωθεί, έστω κι όταν πια θα είναι πολύ αργά, από το να διακινδυνεύσουν να μην είναι αλήθεια πως σε 6:43 το πολύ θα ΄χεις πληρώσει.
Από το πρώτο κιόλας καλοκαίρι τον είχε κατατάξει σε εκείνους που όταν θες να μιλήσεις γι΄αυτούς χωρίς να χρησιμοποιήσεις το όνομά τους, κάτι πάνω τους αλλά όχι απ΄έξω τους σου επιβάλλει να τονίσεις αμυδρά το άλφα και να ξεχωρίσεις ελάχιστα και το νι από το ταυ. Να ελευθερώσεις αργά και σχεδόν ένα ένα αλλά ταυτόχρονα κι όλα μαζί τα γράμματα όταν λες ένας πολύς ωραίος άντρας”.  Να μην επιτρέψεις ούτε γράμμα, ούτε στιγμή μαζί τους να τα πάρει ο κατήφορος. Τρία καλοκαίρια. Και πάλι καλά. Με άλλους, σου παίρνει μια ζωή χειμώνα να εμπεδώσει πως κυλάτε παρέα, ούτε γράμμα, ούτε στιγμή και να θες δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει, να αναχαιτιστεί, όλα κατήφορος.
“Καληνύχτα” φώναξε τραγουδιστά κοιτώντας το πάτωμα του μπαλκονιού, έκλεισε το πορτατίφ και έδωσε μια κλωτσιά στην πόρτα που είχε ξεχαστεί μισάνοιχτη, με περισσότερη δύναμη απ΄όσο πραγματικά το ήθελε. Η κορνίζα στο ράφι χοροπήδησε στιγμιαία και ξανακαρφώθηκε στην θέση της. Με λιγότερο ήχο απ΄ότι αρχικά το είχε σκοπό. 

Πετάχτηκε.
Το τσιγάρο είχε ολόκληρο καεί ανάμεσα στα δάχτυλά του, το ποτήρι άδειο, το κεφάλι του ασήκωτο. Κάποιος είχε κλείσει τα φώτα και θηλυκώσει από μέσα τα κλειστά παντζούρια της μπαλκονόπορτας. Απόλυτη ηρεμία μέσα, έξω. Στο φεγγάρι φτάσαμε, μια συνθήκη “μέσα έξω ηρεμία ενώ είσαι από μέσα κλειδωμένος” κανείς δεν μπήκε στον κόπο να εφεύρει.
Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του, έτριψε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια του σαν νυσταγμένο μωρό και χαμογέλασε στη φάτσα του στο τζάμι ευτυχισμένος. Ήθελε πολύ κάποτε να κατορθώσει να νοιώσει ξανά έκπληκτος με αυτό το συναίσθημα όταν μερικές φορές άνοιγε τα μάτια του, όπως παλιά, πολύ παλιά, όμως πια το είχε συνηθίσει και αγαπήσει όσο κανένα. Οι χειρότεροι εφιάλτες του, οι μεγαλύτερες ευτυχίες του. Τα πιο αβάσιμα “θα” του,  η μόνη του με αληθινή χαρά ταυτισμένη πραγματικότητα.
Καληνύχτα” ψιθύρισε, κοιτώντας το ταβάνι του μπαλκονιού.

Advertisements

8 thoughts on “city stories: “don’t explain”

  1. Καλά … μ’ έστειλες …
    ——————————-
    Φτηνό σχόλιο για ένα πραγματικά πολύτιμο κείμενο … Όμως αυτό έχω γι απόψε . Είμαι εξουθενωμένη .
    Καλό βράδυ και για μιά φορά ακόμη “Χρόνια πολλά” .

  2. “Καλημέρα” είπε τραγουδιστά κοιτάζοντας την οθόνη.

    Σας χρωστώ ένα υπέροχο πρωϊνό ξύπνημα εν μέσω καύσωνα.
    Καλημέρα, ζέστη, ακρίβεια, τέτοια. Ακριβά, πανάκριβα.

  3. “τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου έλεγε ο Βίτγκενσταϊν, οι γνώσεις μου περιορίζονται σε ό,τι μπορώ να αποτυπώσω λεκτικά”

    μ’ αρέσει το λεκτικό σου σύμπαν Mom, ΤΟ ΑΓΑΠΩ

  4. @Hope αφήστε τα πρωινά και τα ξυπνήματα και ψάξτε σε ποιον χρωστάτε καληνύχτες. σας διαβεβαιώ είναι πιο αποδοτικό..

  5. Ιf σ΄αγαπώ που αγαπάς το λεκτικό μου σύμπαν..
    (θέλω να σου βρω ένα υποκοριστικό, αλλά το ifaki παραπέμπει σε κάτι που δεν εκπροσωπεί καθόλου το σύμπαν σου) 🙂

    • ιφ είναι το αγαπημένο μου υποκοριστικό, και συ, με προσφωνείς έτσι από την αρχή, χωρίς να ξέρεις..
      ή, μάλλον ξέρεις… (φιλί γλυκό)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s