αντίστροφες πορείες

“Η χώρα μας δεν είναι πια σύμβολο της δημοκρατίας. Η ζωή στην Γερμανία είναι πιο δίκαιη, όλα δουλεύουν ρολόϊ. Όταν  πηγαίνω στη δουλειά, δεν έχω να αντιμετωπίσω το κυκλοφοριακό χάος. Στην Ελλάδα οδηγεί και κάνει κανείς ό,τι θέλει. ” 

“Όσο δεν αλλάζει η κατάσταση στην Ελλάδα, θα μένουμε εδώ. Μπορώ μια χαρά να συνηθίσω να τρώω Knödel και ξινολάχανο…”.

Aιτιολογήσεις και συγκρίσεις νέων ανθρώπων, κάτω από πηχαία bold: “Μεταξύ νοσταλγίας και ελπίδας”, “Η κρίση τους οδήγησε στην Γερμανία”, “Οι νέες φάμπρικες”.  Διαβάζεις κι αναστενάζουν κι ανασταίνονται όλοι οι σταθμοί του Μονάχου κι ο Καζαντζίδης μαζί.

23.800 ζωές, μόνο μέσα στο 2011, πήραν την απόφαση να συνηθίσουν στο ξινολάχανο, να δουλεύουν ρολόϊ. Κάπου που “ο καθένας δεν θα κάνει ό,τι θέλει”.  Ούτε κι εσύ βέβαια αν το καλοσκεφτείς, όμως όταν στον τόπο σου εξαντλήσεις και τις πιο στοιχειώδεις από τις δυνατότητες να είσαι αυτός που θέλεις οι λεπτομέρειες μόνο απομένουν για να σε βασανίσουν, όπου και να πας. Τι κάνεις. Κι εσύ και οι άλλοι και εκείνη η έμφυτη, ανθρώπινη τάση, να σε αποστασιοποιείς από τους κοινούς υπονόμους των προτεραιοτήτων όσων κάνουμε όταν πάρουμε απόφαση όσα δεν γίναμε.

Παραμύθια μονάχα με καλούς και ιδανικές και δίκαιες πολιτείες ποτέ δεν υπήρξαν κι εκείνη η θεωρητική του Πλάτωνα ακόμη χρειάστηκε χιλιάδες μέτοικους, απελεύθερους, δουλοπάροικους και δούλους για να την στήσουν στα ασταθή πυραμιδικά της πόδια. Και το γεγονός στη βάση της μιας πυραμίδας να μην σου αντιστοιχεί ούτε μια μερίδα ξινολάχανο, δεν κάνει δίκαιη εκείνη που σου την παρέχει, σαν ανταμοιβή για την δουλειά σου. Σε όποιο “γενναίο ψεύδος” κι αν βασίζει την μέθοδο διανομής των μερίδων, η όποια εξοχότητα, καγκελαρία ή προεδρεία της κορυφής. Εκλεγμένες όλες για να μην ξεχνιόμαστε και με δημοκρατικές διαδικασίες σύγχρονες, σε versions βελτιωμένες. Όλοι  “πολίτες”, αρκεί να μην ανατρέπονται βασικές σταθερές ούτε της πυραμίδας ούτε της βασικής θεωρίας του πολιτεύματος.  3-4 δούλοι κατά μέσον όρο ανά σπίτι και στου Πλάτωνα τα χρόνια και τώρα.


“..Αυτή η ιστορία με το χώρισμα των σκουπιδιών στα χίλια, μου ΄χει σπάσει τα νεύρα. Αλουμινένια, απλό χαρτί, ιλουστρασιόν χαρτί, σκούρο γυαλί, διαφανές γυαλί. Κάθε Παρασκευή φορτώνουμε στο αυτοκίνητο ό,τι μαζεύουμε από τον κήπο για να τα πάμε στον ειδικό χώρο. Χορτάρια, φύλλα, κλαδιά, 10 χιλιόμετρα ταξίδι. Κάποιες φορές κάνουμε και δεύτερο δρομολόγιο για να πάμε κι εκείνα κάποιων ηλικιωμένων γειτόνων που δεν οδηγούν πια, για να μην αναγκαστούν να πληρώσουν για να τους τα μεταφέρουν..”

Ψάχνω ανυπόμονα να βρω στο email της το πρώτο “μου λείπετε..” κι αυτή μου μιλάει για τα σκουπίδια τους. Είναι πολύ χάλια. Πάντα όταν δεν ήθελε κανείς να ξέρει πόσο χάλια ήταν, προσποιόταν πως την κατέβαλαν οι μικρές καθημερινές ταλαιπωρίες και αναποδιές, το μοναδικό που ποτέ δεν την ένοιαξε.

Από την φόρτιση που νοιώθω διαβάζοντας τα νέα της συνειδητοποιώ πόσο μεγάλο μέρος της προοπτικής της απουσία της δεν εκτονώθηκε όσο ακόμη ήταν εδώ, καλά καλά να την αποχαιρετήσουμε δεν προλάβαμε. Τα δικά μας καθημερινά τρέχα γύρευε, τα δικά της τρεξίματα μέχρι την τελευταία ώρα. Δεν ξεσηκώνεται εύκολα ένα σπίτι 24 χειμώνων και τρεις ζωές ετών 51, 18,23. Οι καναπέδες στον Γιάννη, το τραπέζι και το διπλό στην Ελένη,  οι κουρτίνες του σαλονιού με λίγο κόντυμα μια χαρά για τα παράθυρά της Νατάσας, μερικά ρούχα και κουζινικά στον Δήμο για τους άπορους, τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες πρώτα πρώτα στον πάτο της βαλίτσας.  Πως να ξεδιαλέξεις μνήμες και αντικείμενα, τι να πάρεις, τι να αφήσεις, είκοσι κιλά όλα κι όλα το κεφάλι δικαιολογεί χωρίς επιπλέον χρέωση η αεροπορική, το δικό σου ακόμη λιγότερα. Τα καλοκαιρινά τους όλα εδώ έμειναν να τους τα στέλνουμε λίγα λίγα με το ταχυδρομείο που κοστίζει λιγότερο, τι να τα κάνεις εξάλλου τα ξωμάνικα και τα μαγιώ Ιούλιο μήνα με 18 βαθμούς το βράδυ και το καλοριφέρ αναμμένο?

“..Χτες μια παρέα ξεκίνησε με τα ποδήλατα από το χωριό να κάνει 2,5 χιλιόμετρα για να πιουν καφέ σε μια καφετέρια που μόνο για δυο μέρες τον είχε προσφορά ένα ευρώ, σε εμάς εδώ έχει ενάμισυ. Είπα και στις δικές μου να πάνε, έτσι για την βόλτα, “αυτοί δεν πάνε για την βόλτα και που έχουνε για την έκπτωση πάνε”  μου ΄πε η μικρή και ξαναχώθηκε στο δωμάτιό της.. “

Θυμήθηκα πριν λίγους μήνες στο κέντρο του Βερολίνου, σε μια στάση αστραπή για μιάμιση μέρα πριν την επιστροφή στην Αθήνα, μετά από μια εβδομάδα στο βουϊτό του Παρισιού μέρα νύχτα.  Έντεκα το βράδυ. Σ΄ένα σωρό σημεία μπορούσες να παραπατήσεις γιατί δεν υπήρχε φωτισμός, σκοτεινοί δρόμοι, θεοσκότεινες πλατείες, θεοσκότεινες βιτρίνες, όλα ρολόι μέσα στην παγωνιά και στο σκοτάδι, “όλο και περισσότερο το κάνουν πια, για οικονομία” μας είπαν όταν επιστρέψαμε άπρακτοι στο μπαρ του ξενοδοχείου. Το μοναδικό σημείο που μπορούσες να φας και να πιεις κάτι εκείνη την ώρα, να υπάρξεις γύρω από την Alexanderplatz καθιστός οπουδήποτε εκτός από παγκάκι, αν δεν ήθελες να εκστασιαστείς με την εκκωφαντική βαβούρα κάποιου club. Όταν ξημέρωσε και φανερώθηκαν τα λιγοστά σημεία με τραπεζάκια και καρέκλες, καθήσαμε  και σχολιάζαμε το μέγεθος των δρόμων, των πάρκων, του ελεύθερου χώρου που σαν να είχε μεγαλώσει από την τελευταία φορά, σαν να ισοφάριζε την αύξηση απρογραμμάτιστου χρόνου στα πρόσωπα των ανθρώπων κι όταν ζητήσαμε καφέ στις 8:20 και ο υπάλληλος με τα μάτια και χωρίς μιλιά μας έδειξε την ταμπέλα με το ωράριο 8:30 – 8:30, “όλα ρολόϊ” είχαμε πει κι εμείς, “μιάμιση μέρα μόνο ευτυχώς είναι αυτήν την φορά, θα περάσει γρήγορα η παγωνιά της”.  

“..Έστειλα ήδη μερικά βιογραφικά, μου απάντησαν θετικά, όμως είναι πολύ μακριά από το σπίτι. Τα μισά απ΄όσα θα παίρνω θα πηγαίνουν στα έξοδά μου κι από Οκτώβρη-Νοέμβρη που ανοίγεις το πρωί την πόρτα κι έχει μισό μέτρο χιόνι η μετακίνηση θα είναι ακόμη δυσκολότερη. Έχω στείλει κι αλλού, ψάχνω, θα περιμένω. Σκέφτομαι τον χειμώνα και θέλω για πάντα να σταματήσω να σκέφτομαι. Μετά από εκείνα τα δύο χρόνια στην Βραζιλία και στην τηλεόραση που βλέπω χιόνι ανατριχιάζω..”  

Ίσως δεν έχω γνωρίσει άλλον άνθρωπο που μια λιακάδα να του προσφέρει την απόλυτη πίστη πως για όλα είναι δυνατός. “Να περάσει η σκοτεινιά του Νοέμβρη” έλεγε κάθε χρόνο “κι όλα θα αλλάξουν, θα δεις”.  Και τον φετινό Νοέμβρη το ίδιο έλεγε. Που τον Δεκέμβρη θα έπρεπε να μαζεύει σχεδόν κάθε μέρα ψιλά και προσανάμματα από τα τριγύρω στο σπίτι στους Θρακομακεδώνες οικόπεδα, για να συμπληρώσει σε όσα ξύλα αγόραζε κάθε τόσο  με τις πλαστικές τσάντες του ΙΚΕΑ  με το κιλό κι όχι με τον τόνο αφού για πετρέλαιο ούτε λόγος, καθόλου δεν την πείραζε. “Σε πήρα αλλά δεν απάντησες”, “ήταν η ώρα που κάνω την κοκκινοσκουφίτσα” έλεγε γελώντας “τέλεια ήταν, καθαρός αέρας, κάνεις και γυμναστική”.
Τότε έκανε και τις προμήθειές της σε κουκουνάρια, ξυλαράκια σε παράξενα σχήματα, όλα εκείνα που μαζί με σπιτικά γλυκά, μαρμελάδες, μπισκότα, μέσα σ΄ένα φτηνό καλάθι που για πρώτη φορά σε κάποιο διαφημιστικό του Lidl το είχαμε δει και στολισμένο μ΄έναν χειροποίητο φιόγκο, μεταμορφώνονταν στα πιο αγαπησιάρικα δώρα που παίρναμε όλοι στην παρέα τις γιορτές. Όσο  έστω και σαν part time ξεναγός τα τελευταία χρόνια είχε ακόμη ένα εισόδημα, όσο ακόμη έστω και η πενιχρή διατροφή υπήρχε πριν και ο πατέρας των παιδιών συμπεριληφθεί στο 23% της ανεργίας, πριν η ιδιοκτήτρια του καταστήματος που δούλευε σαν υπάλληλος τους τελευταίους μήνες της ανακοινώσει “δυστυχώς δεν βγαίνω, θα το κρατήσω για όσο το κρατήσω μόνη μου”.
Ό,τι κι αν γίνει με την δόση του Σεπτέμβρη, του Δεκέμβρη, του επόμενου Μάρτη, μας κόψουν δεν μας κόψουν κι άλλα οι Στουρναραίοι μέχρι τα επόμενα χριστούγεννα προς εξίσωση της πυραμίδας μέχρι μόνο η κορυφή της να εξέχει από το χώμα, τα δικά μας ήδη χρεωκόπησαν. Κάτσε και μέτρα αν αντέχεις άδειες καρέκλες από τα φετινά μας μαζώματα να δεις τι πραγματικά μας έχουν κόψει.

“..Θα μπορούσα να βρω τρόπο να μείνουμε σε διαμέρισμα στην Βόννη, αλλά δεν ξεσπιτώθηκα για να ανταλλάξω ένα κομμάτι ψωμί μέχρι και με τις γλάστρες μου.  Εδώ κάποιες φορές κάνεις βδομάδες ολόκληρες να δεις ήλιο έξω από το παράθυρο, εδώ τα φρούτα και τα λαχανικά είναι πλαστικά και στις λαϊκές αγορές δεν επιτρέπεται να τα ακουμπήσεις, δεν έχουν μελιτζάνες και μ΄ένα μπουκάλι λάδι περνάνε δυο μήνες, με pumaro φτιάχνουν ό,τι κοκκινιστό χειμώνα καλοκαίρι και συνταγή χωρίς κάτι σε κονσέρβα δεν υπάρχει στους τσελεμεντέδες τους. Εδώ  λίγος χώρος για τον δυόσμο μου, την λουϊζα, τον άνηθο, πέντε ντοματίνια και δυο ρίζες πιπεριές δεν είναι gardering και χόμπυ, είναι ο μόνος τρόπος να μην ξεχάσεις ποιος είσαι, να μείνεις όρθιος..”


Την περασμένη εβδομάδα στεκόμουν στην ουρά της εφορίας,  μαζί με καμιά εκατοστή απ΄όσους κάνουν ό,τι θέλουν  για να πληρώσουν ένα κράτος εξουσιοδοτημένο να κάνει ό,τι του καπνίσει, πίσω από μια μητέρα με το δύο χρονών κοριτσάκι της. Κάποια στιγμή μια πεταλούδα έχασε τον δρόμο της και μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο. Τεράστια, πανέμορφη, πορτοκαλί με μαύρο. Πριν εξαφανιστεί το ίδιο αστραπιαία όπως εμφανίστηκε, άγγιξε φευγαλέα στον ώμο την μικρή. Φωνές, κλάματα, δέκα λεπτά έκανε να την συνεφέρει η μητέρα πριν γυρίσει να απολογηθεί. “Συγνώμη, δεν έχει ξαναδεί ζωντανή πεταλούδα από τόσο κοντά και τρόμαξε”. Και συνέχισε να μιλά με όλους μας για τεκμήρια και  φοροαπαλλαγές. Με τον νόμο των πιθανοτήτων παραπάνω από τους μισούς στην ουρά την εποχή του Καζαντζίδη εγκαταλείψαμε μια επαρχία που δεν μας άφηνε να είμαστε αυτό που θέλουμε.  Για να κάνουμε, για να γίνουμε. Και κάναμε. Μεγαλύτερο και πιο μουγγό από το πατρικό μας σπίτι κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων που τώρα που άδειασε κι από τα τελευταία κέρματα φάνηκε η αληθινή του γύμνια “υπόλοιπο πραγματικού χρόνου ημερησίως να κάνει το μυαλό σου ό,τι θέλει: 0.00”. Και γίναμε. Μια χούφτα αποτυχημένοι που τα παιδιά τους τρομάζουν με την ομορφιά, ένα τσούρμο λαλημένων που περιμένουν πέντε μέρες μέσα στον χρόνο πότε θα τους επιτρέψει το αφεντικό να μυρίσουν θάλασσα. Πανικόβλητες ορδές μήπως απολύσει κι εμάς το αφεντικό και δεν ξαναδούμε την θάλασσα ποτέ.


“..Ακούνε πως έρχεσαι από την Ελλάδα και βλέπεις στα μάτια τους την απέχθεια πριν από την άγνοια. Ρωτάνε για τον χρεωκοπημένο Νότο αλλά και την πρόθεση να είχαν δεν μπορούν να κατανοήσουν. Ακούνε για λίγο και μετά “δεύτερη φορά gastarbeiter” μου λένε και γελάνε “όχι, emigre” απαντώ “και την πρώτη και την επόμενη emigre, αυτοβούλως  μια μέρα θα απαρνηθώ ξανά τον τόπο μου για χάρη της πατρίδας μου, κάποια μέρα θα επιστρέψω..”

Γιατί ξέχασα πάνω στην φόρτισή μου να σου πω πως τόση ώρα δεν αναφέρομαι σε μια Ελληνίδα που η κρίση την έστειλε στην Γερμανία, για μια Γερμανίδα σου μιλάω που ποτέ δεν είχε καλές σχέσεις με τα ρολόγια και μετά από 24 χρόνια στην χώρα μας υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην δική της, αφού ξεναγούς με τρία πτυχία που μιλάνε επτά γλώσσες, η βαριά βιομηχανία μας δεν έχει πια ανάγκη.

“..Μου λείπετε πολύ. Κάθομαι τα απογεύματα με την ζακέτα στον κήπο και σκέφτομαι πως θα ήθελα να είχα για να σας στείλω τα εισιτήρια να έρθετε όλοι για λίγες μέρες, για διακοπές.  Να πάμε βαρκάδα στην λίμνη, να περπατήσουμε στο δάσος την ώρα που όλοι κλείνονται μέσα γιατί αρχίζουν οι ειδήσεις, να ζητήσουμε τσίπουρο στην μπυραρία κι όταν μας ρωτήσουν τι είναι αυτό και τι ακριβώς συμβαίνει εκεί κάτω στον Νότο να τους πούμε “τίποτα σπουδαίο, εμείς όχι πια αλλά δεν πειράζει, ο ήλιος κάνει ακόμη ό,τι θέλει, ακόμη βγαίνει και λάμπει”.  Να ψάξουμε να βρούμε εκείνη που παραμονή πρωτοχρονιάς σε μια στάση λεωφορείου στο Μόναχο μας είχε ρωτήσει “από που είμαστε” σίγουρη πως από εκεί δεν είμασταν αφού της χαμογελάσαμε και της είπαμε “καλή χρονιά” χωρίς να την γνωρίζουμε κι όταν ρωτήσει κι εκείνη να της πούμε “τίποτα, τίποτα δεν διορθώνεται, έχουμε πρόβλημα άλυτο μερικοί εκεί στον Νότο, εκτός που χαμογελάμε σε αγνώστους, ό,τι και να μας κάνεις, όσα και να μας δώσεις, όπου και να μας πετάξεις, μια λουρίδα θάλασσας κι ένα φρεσκοκομμένο σύκο θα μείνουν τα μεγαλύτερα όνειρά μας, όσο μπροστά και να πάμε πίσω πάντα θα γυρίζουμε, γύρω γύρω απ΄όπου έχει ακόμη μια γλάστρα δυόσμο,  λεμονιές και μανταρινιές“..  Πολύ, πολύ θα το θελα να ερχόσασταν όλοι για μερικές μέρες και μετά να γυρίσουμε όλοι μαζί σπίτι μας… Το ΄γραψα και στην Ελένη αλλά μήπως και το ξεχάσει, στο πρώτο δέμα βάλε μου μερικά σπόρια δεντρολίβανο. Από τα δικά μας που δεν μυρίζουν συννεφιά..”  

Advertisements

12 thoughts on “αντίστροφες πορείες

  1. Αχ Mom, πάλι το κείμενο σου καθαρτικό ταξίδι και ξέσπασμα σε βουβό κλάμα.. ναι, δε ντρέπομαι να στο πω, ή μάλλον δε σε ντρέπομαι πια..

    • Iφ εγώ ακόμη καμιά φορά ντρέπομαι που σε κάνω να “κλαις” αλλά την θέλω όλη δική μου την ντροπή, ποτέ μισή δική σου..

  2. Πάνε δυο χρόνια που ετοίμασα κι εγώ τη δική μου μετανάστευση. Για τη Φιλανδία. Τόσα χρόνια στα φορολογικά με επιμονή στα διεθνή λογιστικά πρότυπα (παρά το αδιάφορον του Έλληνος), και μιας και σύνταξη δε θα δούμε ποτέ, και αφού δεν μπορούμε να βιοποριστούμε με κανέναν άλλον τρόπο παρά μόνο με αυτή την κλοπή ζωής, είπα να συνεχίσω σε άλλη χώρα.
    Πριν αρχίσω τις διαδικασίες οργάνωσα τις αντιστάσεις μου: Δεν θα πάω με την ψυχολογία του μετανάστη, αλλά με αυτήν του τουρίστα. Δεν θα έχω το κρασί μου, αλλά θα μάθω τα πάντα για το aquavit. Το σπουδαιότερο; Έχω ιδιαίτερη αδυναμία στην σκανδιναβική τζαζ και οι Φιλανδοί έχουν σπουδαία σχολή. Έχοντας αυτά τα τρία αποτελεσματικά όπλα μαζί μου θα αντιμετωπίσω το ψύχος και τον νόστο.
    Όταν άρχισα να ετοιμάζομαι, ερχόντουσαν τα βέλη κατά ριπάς. Κοντεύω μισό αιώνα ζωής και ακόμα είμαι μπαμπαμαμακοθρεμμένη. Έχω παντρέψει το σπλάχνο μου και ακόμα δεν απογαλακτίστηκα από δαύτο. Έχω ακόμα, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, οικογένειά μου, τους φίλους μου από το δημοτικό. Κάνω συνεχώς καινούργιους φίλους και τους προσθέτω στην διευρυμένη οικογένεια μου.
    Κλυδωνιζόμουν. Κατάπινα κόμπους κι έλεγα: θ α κ ά ν ε ι ς τ ο υ ρ ι σ μ ό._
    Τι θα πάρω μαζί μου αναρωτιόμουν τρέμοντας. Και η απάντηση καταπέλτης, έτοιμη: Δε χρειάζεσαι αποσκευές. Ο τουρίστας δε χρειάζεται τίποτα.
    Και με τι λάδι θα μαγειρεύεις τρομάρα σου; Που είσαι σε θέση να λιμοκτονήσεις αν δεν υπάρχει μαγειρεμένο φαγάκι μιας και δεν έχεις μάθει να τρως ούτε σάντουιτς;
    Φφφφφφ.. πόσες δουλειές που πρέπει να γίνουν.. ίκα, εφορία, αυτοκίνητο, γμ τη δεή μου.. έσφιγγα τα δόντια και πάλευα με την απόγνωση.
    Ακόμα είμαι εδώ.

    ΥΓ. Απίστευτα δυνατό το κείμενο σου Mom, και χωρίς προσωπικές προβολές. Κλισέ, αλλά σ΄ευχαριστώ, και το εννοώ

  3. “..Έχω ακόμα, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, οικογένειά μου, τους φίλους μου από το δημοτικό. Κάνω συνεχώς καινούργιους φίλους και τους προσθέτω στην διευρυμένη οικογένεια μου..”
    και γι΄αυτό σ΄αγαπώ και εγώ Ευχαριστώ. εγώ.
    και ζήλεψα. θέλω κι εγώ να χρησιμοποιήσω ακόμη πιο κλισέ και να το εννοώ.
    καλή η οργάνωση και η τάξη του Βορρά Ιφ, αλλά σαν την Χαλκιδική πουθενά 🙂

  4. Pingback: Για μελέτη και τύπωμα… « The MacManus Sessions

  5. Πολύ όμορφο. Δε βαρίεστε, με την κρίση έχουμε και έμπνευση να γράφουμε κάνα κειμενάκι τέτοιο, νοσταλγικό/θλιμμένο/ρομαντικό. Οι Γερμανοί τι να γράψουν, όπως ζουν το πολύ-πολύ τίποτα που θα μοιάζει απομίμηση του Κάφκα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s