σεπτεμβριανά


Aυτό, το μεσοβέζικο. Που μακρυμάνικο ακόμη δε χρειάζεσαι, όμως το φως του πρωινού έχει ήδη ψυχράνει. Οι   βραδινές μπαλκονόπορτες είναι ακόμη ανοιχτές αλλά δεν φέρνουν άπνοια, τσιμεντένια κάψα, ήχους από μαχαιροπήρουνα και λάστιχα ποτίσματος. Μόνο κορναρίσματα, μαρσαρίσματα, φρεναρίσματα φέρνουν. Από δρόμους φαινομενικά ανοιχτούς, υπαρκτούς.

Οι μέρες όλο και μικραίνουν σαν όλο και πιο μέσα να μετακινούν τις κουρτίνες, όλο και πιο κοντά στο γραφείο, στο καλοκαιρινό κάλυμμα του καναπέ που μετράει μέρες. Κουφά, μαλακισμένα κουφώματα.  Τόσους μήνες τα εκλιπαρείς να δώσουν έναν αέρα στα μπαλκόνια κι εκείνα όταν αποφασίσουν να ξεκουνηθούν στενεύουν κι άλλο τους κιτρινισμένους τοίχους του σαλονιού, που κάτι παραπάνω από σένα ήξερε όταν αποφάσισε πως θέλει πια να το αποκαλείς “καθιστικό”.

Να βάψεις. Να σβήσεις τα πακέτα του περσινού χειμώνα από τους τοίχους, να τους ετοιμάσεις για τα επόμενα. Ίσα ίσα που προλαβαίνεις πριν οι κόρνες και τα λάστιχα στο νερό της βροχής να ακούγονται πνιχτά πίσω από τα κλειστά τζάμια, πριν ο αρχιεπίσκοπος παρευρεθεί στον αγιασμό για να ενώσει τις προσευχές και τις ευχές του μ΄εκείνες του υπουργού. Ούτε φέτος να καταρρεύσει καμιά αίθουσα από το 50% των ακατάλληλων σχολικών κτιρίων και εγχώρια πλάνα και συνδέσεις ζωντανές με ασορτί κάλτσες και άψυχες κοτσίδες μέσα σε συντρίμια, γεννήσουν κι άλλους ποιητές κι άλλον λυρισμό, αντίδοτο σε κάθε δικαιολογημένο “δεν ξέρω πια..”.
Σαν για τα παιδιά που πνίγονται στο πουθενά δραπετεύοντας από το τίποτα, ξεκοιλιάζονται, ακρωτηριάζονται  για μια λουρίδα πουλημένης γης, πεθαίνουν από πείνα, δίψα κι έλλειψη εμβολίων στο 2012, σαν οι άνθρωποι που πεθαίνουν επειδή νοσοκομείο στη γαμημένη επαρχία της αφρικανικής χώρας που συναλλάσσεται σε ευρώ δεν υπάρχει και το ΕΚΑΒ από την διπλανή πόλη άργησε, σαν για τα παιδιά που σέρνουν τις νύχτες τα μαξιλάρια και τα κουρέλια τους στα πάρκα και τις πλατείες, ό,τι χρώμα κι αν έχει το πρόσωπό τους, σαν για όλα αυτά να μην υπάρχει υπόλογος και φταίχτης, σαν λαοί ολόκληροι να είναι υπερήλικες πλήρεις ημερών ή θύματα της κακιάς της ώρας. “Τι κρίμα..” και τελειώσαμε, όλα τα ασπρίσαμε.

Να βάψεις χωρίς γάντια. Να το νοιώσεις το χρώμα, από που πάντα ξεκινά για να φτάσει εκεί που θες. Να τη δεις την άχαρη πιτσιλιά πάνω στο τρανζιστοράκι που απρόσεκτα έκλεισες γαμωσταυρίζοντας για να μην γυρίσεις και το άλλο μάγουλο σ΄αυτό.  Για να μην του επιτρέψεις να αποκεφαλίσει εντελώς την αφελή, αρχική σου σκέψη για το περιστατικό “μα καλά, τόσος κόσμος, δε βρέθηκαν 20-30  να τους πιάσουν από τον λαιμό”? Να την αφήσεις την απορία με μισοκομμένο τον δικό της τον λαιμό μέχρι να την ξαναχρειαστείς να κρέμεται, σαν εσένα πάνω στην σκάλα με το ένα πόδι στον αέρα για να φτάσεις και στις πιο ψηλές, αραχνιασμένες γωνίες.

Είναι ωραία εκεί πάνω. Οι πιο παράξενες σκέψεις μπορεί να σου ΄ρθουν στο μυαλό παλεύοντας με το άσπρο, την ώχρα, το κεραμιδί. Ακόμη κι εκείνος ο αξιολύπητος, βουτηγμένος στο πετρέλαιο κορμοράνος που το μαύρο του έκανε τον γύρο της γης χίλιες φορές. Εκεί στην σκάλα,  προσπαθώντας να κάνεις τον μικροκοσμό σου ομορφότερο είναι το ιδανικό σημείο να σκεφτείς πως αν εκείνη η σκηνοθετημένη εικόνα γέννησε έστω κι έναν ακτιβιστή, αν έστω κι έναν νέο κάδο ανακύκλωσης, κομποστοποίησης δημιούργησε, αν έστω και μόνο ένας με αιτία εκείνο το συναίσθημα είπε “όχι δεν θα το χτίσω το καταπατημένο παραθαλάσσιο”, τότε μόνο δικαιωμένα και τα ψέμματα κι όλα τα ρίγη συγκίνησης των εκατομμυρίων που τον είδαν, βούρκωσαν, φιλοσόφησαν και το πλαστικό μπουκάλι όταν κανείς δεν κοίταζε πάλι στη θάλασσα το πέταξαν.

Φθινοπώριασε. Να καθαρίσεις, να τα βγάλεις όλα έξω και να βάψεις.  Να καταλάβεις τι ακριβώς σημαίνει “πείτε και κάντε ό,τι θέλετε φέτος με κοινόχρηστα και πετρέλαια εγώ ξήλωσα όλα τα σώματα, τα έδωσα στον παλιατζή” που είπε ο Τζακ του ισογείου με την Χρυσή Ευκαιρία στην κωλότσεπη, στην προχθεσινή συνέλευση της πολυκατοικίας. Και σ΄αυτήν και σε δυο χρόνων τώρα τις συνελεύσεις μόνο με φασόλια είναι γεμάτη η τσέπη του, φασολιά δεν φύτρωσε. Να τα βγάλεις όλα έξω και να βάψεις. Με τα χέρια βουτηγμένα στην κεραμιδί μπογιά, σαν αίμα πηχτό που τρέχει, να κάνεις ένα τσιγάρο καθισμένος στο πάτωμα του άδειου δωματίου, όχι να το φανταστείς μα να το δεις πως χώρο απίστευτο κι απεριόριστη ελευθερία κινήσεων έχεις μόνο όταν τίποτα δεν έχεις.

Και τον  γέρο στο διπλανό παγκάκι,  στο καράβι της επιστροφής από το νησί, που είχε πιάσει την κουβέντα με μια παρέα νεαρών για την κατάσταση κι εκείνον ακόμη μπορεί να σκεφτείς την ώρα που βρίζεις επειδή πάλι ξέφυγε σκούρα πινελιά πάνω στο ανοιχτό. “Εσείς, εσείς θα παλέψετε τώρα..” έλεγε “κι εμείς πολεμήσαμε σε πολέμους άλλους..” και οι πιτσιρικάδες μιλούσαν για ανεργία, σχολεία, νοσοκομεία κι εκείνος άκουγε χαμογελαστός. Χαμογελαστός σηκώθηκε κι έφερε από το μπαρ μερικά κουτάκια μπύρας να τους κεράσει. “Στην υγειά και τα νιάτα σας ρε, τέλος δεν είχαν ποτέ τα πάθια και οι καημοί του κόσμου, τη παναγία και το χριστό τους..”.  Κατεβαίνοντας στο λιμάνι, ένας πιτσιρικάς γελούσε κι έλεγε στους άλλους “τον είδες ρε τον παππού..?” Δεν ξέρω, δεν τους το είπε, αν ήταν των 400 ή των 900 ευρώ συνταξιούχος, δεν τους είδα συγκινημένους, έκπληκτους και γελαστούς τους είδα. Δεν συγκινούν οι χριστοπαναγίες, δεν γεννούν ντεμέκ ανέξοδες αντιδράσεις, δεν είναι αντίδραση η συγκίνηση κι αν ποτέ ήταν πλέον δεν αρκεί.

Το βάψιμο τέλειωσε, ωραίο έγινε, σήμερα θα πάω στο ΙΚΕΑ. Θέλω κορνίζες για μερικές φωτογραφίες του Αυγούστου.

Φυσάει πολύ, ένα παράθυρο μόνο ανοιχτό αλλιώς κάνει ρεύμα και τα σηκώνει όλα.
Και δυο σακούλες ρεσώ θέλω, να βγει ο χειμώνας. Απ΄όλα τα ρεύματα προδοθήκαμε, ας το πιάσουμε πάλι από την αρχή. Από τον υπαρκτό ρομαντισμό. Ένα απρογραμμάτιστο γαμίσι στον καναπέ δίπλα στο τζάκι, ένα τραπέζι στρωμένο για πέντε φίλους, μια Κυριακή απόγευμα με την κουβέρτα και τα ακουστικά αγκαλιά, που θα αδειάσουν το μυαλό χωρίς να χρειαστεί να το διατάξεις από τον πόνο και το καθημερινό αλισβερίσι με τον θάνατο και την δυστυχία, χωρίς φορτία συγκινησιακά από Δευτέρα ό,τι αντέχει ξανά να προφέρει στην μόνη ελπίδα, στους ήδη απελπισμένους. Ό,τι αντέχει εκτός από συγκαταβατικά κουνήματα του κεφαλιού, των σχολίων και των status μας και δάχτυλα που κουνιούνται σε μύτες μπροστά. Απ΄όλους τους κορμοράνους να αδειάζει κάθε βράδυ και μόνο πως δεν πετάμε ποτέ πλαστικά στις θάλασσες και τις ακτές μας να του θυμίζεις, μέσα στη βαρυχειμωνιά. Κυρίως στις ακτές μας, σ΄αυτές μόνο ελπίζουν κι όλες μας οι θάλασσες.

Advertisements

2 thoughts on “σεπτεμβριανά

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s