βαρύ γλυκός και “όχι”

Να γίνει. Και 6ημερο να γίνει για να καταλάβετε κι εσείς οι δημόσιοι τι σημαίνει δουλειά” είπε με το ύφος του ιησού όταν χώριζε στα δύο την Ερυθρά Θάλασσα για να διαβεί ο λαός, ερυθρά και λαοθάλασσες με κεφαλαία που να ανοίγουν στα αλήθεια δρόμους ούτε τα παραμύθια μας δεν καταδέχονται πια, σ΄έναν καφέ κι εκείνον μισοτελειωμένο περιορίστηκε το θαύμα της.

Στη μέση ακριβώς τον διαμέλισε. Δυό μας μείναμε με το καλαμάκι στην από δω, στην δίχως ίχνος ζάχαρης, μεριά. Από την άλλη πλευρά εκείνη, το μαγαζί με είδη δώρων, η ατσαλάκωτη ταμειακή, το μπρίκι με τον βαρύ γλυκό που πριν τρία χρόνια, νύχτες και μεσημέρια φούσκωνε και χυνόταν ξεχασμένος πάνω σε κάποιο ράφι όσο μαζί συναρμολογούσαμε το γραφείο, βάφαμε, καθαρίζαμε και γεμίζαμε ράφια και βιτρίνες,  μέχρι να στηθεί και το μαγαζί κι εκείνη στα πόδια της. Δεν είναι εύκολα τα ξεκινήματα στα σαράντα περασμένα μ΄ένα διαζύγιο και δυο παιδιά στην πλάτη.

Διαχωρισμένα όλα πλέον. Από δω τα βαριά από κει τα γλυκά. Μέση λύση ούτε οι καφέδες δεν αναγνωρίζουν στις μέρες μας.  Όταν αδειάσουν ράφια και τσέπες, ή  περασμένα πετιμέζια ή θεόπικρα εδώ και τώρα κι άμα σ΄αρέσει.

Δεκαετίες τώρα που το μέτριο σιγά σιγά μας παραγκώνισε σε κάποια από τις άκρες. Σαν καμουφλάζ λειτούργησαν οι χρυσές μετριότητες της πρώτης γραμμής, χαμπάρι να μην πάρουμε την ώρα που συνέβαινε, σιγά σιγά μπερδέψαμε μέχρι που το ταυτίσαμε το μέτριο με το μέσο. Στην πολιτική, στον πολιτισμό, στις αξίες, στις ζωές.  Άφαντο κάθε τι που προσπαθούσε να ισορροπήσει, καπνός όλα τα μεσαία μας.  Τάξεις, επιλογές, θεωρίες, λύσεις, δικαιώματα.

Μόνο άκρα, μόνο διλήμματα. Ή πλούσιος ή πένητας, ή μαζί μας με τα μάτια κλειστά ή εναντίον μας και κλείνουμε τα δικά μας, ή μέρα ή νύχτα βαθιά. Ανατολές και ηλιοβασιλέματα, ένοχοι πλέον, ποινικοποιημένοι στίχοι για γραφικούς κι απόδειξη ενοχής ακόμη και το κινητό που τα φωτογραφίζεις, σαν συλλεκτικά όπου τα πετύχεις τα μαζεύεις από τον φόβο σου μήπως κι αυτά στα πάρουν ένα πρωί κι ο διπλανός λέει “ναι κάνε μας επίδειξη τώρα” και σκέφτεται “έχεις ακόμη για κινητό κι έχεις και μούτρα να μιλάς”. 

Μόνο άκρα, μόνο διλήμματα, μόνο σκοινιά και γωνίες έχει το ρινγκ.  Ή κινητό, σπίτι, αυτοκίνητο ακόμη θα ΄χεις ή δικαίωμα για να ομιλείς, ή ακόμη δικαιούσαι να δουλεύεις μέχρι να πεθάνεις ή πέθανες στέλνοντας βιογραφικά.

“Να καταλάβετε κι εσείς..” Που είσαστε άλλο από το “εμείς”.  Από δω η έκπληξη από κει η θλίψη κι ανάμεσα μια ξερή, άγονη λουρίδα για να την περπατήσει όποιος ακόμη βάζει “θα” μπροστά από το “εμφύλιος”,  όποιος σε χρήμα ακόμη  αποτιμά τις πιο σημαντικές μας απώλειες.

“Δεν τα εννοούσα όπως ακριβώς τα είπα, το ξέρεις έχω πιεστεί, εγώ…..””Δεν θα ξαναπιάσεις το τηλέφωνο?…..””Δεν έχεις δηλαδή τίποτα να μου πεις…..”

“Όχι”.

Ούτε από τσαντίλα, ούτε από πίκρα, ούτε από πείσμα. Απλά δεν έχω. Σ΄άλλους τελειώνουν τα λεφτά, σ΄άλλους οι δικαιολογίες, σ΄άλλους οι λέξεις, η κατανόηση και οι καλές προθέσεις, αργά ή γρήγορα όλοι θα τα χάσουμε τα πιο πολύτιμά μας.

Ούτε σ΄εκείνην έχω λέξη να πω, ούτε κουβέντα δεν έχω πλέον να απευθύνω στον συνάδελφο, που θεωρητικά ανήκουμε στον ίδιο πολιτικό χώρο και που χθες  ήταν “παρών” και πληρώθηκε κανονικά το μεροκάματό του μα όσες φορές συνάδελφοι του προσωπικού ασφαλείας ή ασθενείς του ζήτησαν το παραμικρό απάντησε “α όχι πολλά πολλά σήμερα, απεργία έχουμε” χαχανίζοντας, ούτε στον περιπτερά που άρχισε τα “δε λέω πως είναι σωστό να τους βαράνε αλλά κι αυτή η κατάσταση που θα πάει με τους ξένους….” έχω να πω, να δώσω. Εκεί που μόνο οι τσέπες και το συμφέρον μετράνε και πονάνε, άλλο τρόπο αντίδρασης κι εσύ δεν έχεις.

Μόνο σε εκείνον που κάπου έγραψε πως “η λύση είναι  να μην εγκλωβιζόμαστε στον μικρόκοσμό μας γιατί όλοι μαζί χωρίς αποκλεισμούς πρέπει αυτές τις ώρες να είμαστε”, σ΄εκείνον μόνο έχω να πω.

Πως στον κόσμο τον κοινό  και τον μεγάλο μας που δεν έχει σκοπό να μαζέψει τα άπλυτα και την γλώσσα του μέχρι να δει και τον τελευταίο να παραδίδει της ζωής του τα κλειδιά και να κοιμάται στα χαρτόνια, στον κόσμο τον κοινό μας που πριν είκοσι χρόνια κοίταζε σαν εξωγήινους ένα τσούρμο παράξενα όντα που απεργούσαν και μιλούσαν για δημόσια υγεία, δημόσια παιδεία και εκποίηση αξιών όσο οι συνδικαλιστικές ηγεσίες τακίμιαζαν με τις πολιτικές και μοίραζαν παροχές από ανύπαρκτα ταμεία, στις πλειοψηφίες που χρειάστηκε να τους ξεσκίσουν μισθό, ζωή και αξιοπρέπεια για να ρίξουν μια ματιά στον διπλανό τους και σήμερα κάνουν κηρύγματα περί αλληλεγγύης και άλογα πρασινογάλαζα με βούλες  υπεύθυνες, στον κόσμο που ξέχασε να ερωτεύεται, να συμπονά,  να αγαπάει και μόνο να γαμάει και να τις μετράει ξέρει ως γνήσιος εκπρόσωπος των ψηφοφόρων του, στο κράτος που βυθίζεται στα γηρατειά γιατί με τον βασικό όχι παιδιά ούτε γατί δεν μπορείς πλέον να ταίσεις και να φροντίσεις, σ΄αυτόν τον κόσμο τον κοινό και τον μεγάλο μας, μόνο τον μικρόκοσμό μου έχω να αντιτάξω. Γι΄αυτόν μόνο έχω να πολεμήσω. Για τους ανθρώπους μου, τους φίλους μου που συνεχίζουν πεισματικά να ερωτεύονται, να παντρεύονται, να γεννάνε, να κάνουν “ουφ” και να βγαίνει από την ψυχή κι όχι από τις ρημαγμένες τσέπες τους. Γι αυτούς μόνο και για όσους αλληλεγγύη και “μαζί” εννοούν την προσφορά στον αδύναμο σε όλες τις εποχές και με όλες τις συνθήκες κι όχι όταν όλοι εξομοιωθούμε στο ένα άκρο, εκείνο της εξαθλίωσης, όταν εκ των πραγμάτων δεν θα ΄χουμε τίποτα να χωρίσουμε κι όλους μαζί θα μας χωράνε ξανά από κάτω τους  νέες σημαίες αλα  ‘ 81 που ψίχουλα χρυσά, χάντρες και καθρεφτάκια θα μοιράζουν.

Τα χάσαμε που τα χάσαμε όλα τα μεσαία μας, ανύποπτα και σε καιρό ειρήνης, αυτή μόνο μπορεί να είναι η ύστατη ταξική ευθύνη μας. Να επιλέξουμε τουλάχιστον ο πόλεμος σε ποια άκρη θα μας πετάξει κι όταν λέμε όλοι, παντού και πάντα,  να εννοούμε έξω εκείνοι που προσπαθούν στο όνομα της ανάγκης, της αλληλεγγύης και του συναισθήματος να μας πείσουν πως είμαστε ο τόπος που ευδοκίμησαν ποτέ Αδελφές Τερέζες και να απαλείψουν από την ιστορία και τη μνήμη μας Εφιάλτες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττηδες και Δηλιγιάννηδες. Όχι και έξω, απ΄όπου κι αν προέρχονται. Αν χρειαστεί κι από το σπίτι μας το ίδιο.

Advertisements

6 thoughts on “βαρύ γλυκός και “όχι”

  1. Όσο δεν υπ[άρχουν κανόνες-κι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν-είναι σα να κολυμπάς σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.Δεν μπορείς να δεις ποιος κολυμπάει δίπλα σου.Να σωθείς πολεμάς.

    (Και το σπαστικό σχόλιο:Ο Μωυσής άνοιγε θάλασσες.Ο Ιησούς μοίραζε ψάρια κι έκανε το νερό κρασί.Μιλάμε για διαφορετικά χαρτοφυλάκια.)

    • αν μπορούσα να πληκτρολογήσω από το πάτωμα που κυλιέμαι απ΄τα γέλια με το σπαστικό σχόλιο -από εκεί να δεις τη σχέση μου με τα θαύματα και τους θαυματοποιούς- θα σου έλεγα μόνο πως η πιο μεγάλη μου ελπίδα είναι όταν τουλάχιστον οριοθετηθούν νέες ακτές να μην βρεθούμε ξανά με όσους τυχαία ξεβράστηκαν μέχρι εκεί. μακάρι να είναι περισσότεροι αυτήν τη φορά εκείνοι που κατά κει ήθελαν να σωθούν όχι απλά να γλυτώσουν
      (και συνεχίζω να κυλιέμαι) 😛

  2. Το θέμα είναι ότι από τη στιγμή που βροντοφωνάζοντας θα αρματωθείς τις παλάσκες, δεν θα υπάρχει δρόμος επιστροφής. Κυνηγός και κυνηγημένος θα ΄σαι διαρκώς με το χέρι στη σκανδάλη σημαδεύοντας δικαίους και αδίκους. Κι ίσως τότε, όταν σχηματιστούν οι νέες ακτές, να ΄μαστε όλοι κοντά τους, γιατί τότε ο καθένας θα ΄χει γίνει ένα νησί από μόνος του.

    Νομίζω ότι η ανέχεια και το μίσος που κυκλοφορούν στον αέρα δρουν παραμορφωτικά. Δεν είμαστε ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι απ’ ό,τι πριν 5 χρόνια. Μόνο πιο πιεσμένοι. Αν ηρεμήσει ποτέ αυτή η κατάσταση θα πρέπει να αφιερώσουμε χρόνο για την ίαση των παθογενειών μας.

    • περισσότερο ακόμη ένα νησί από μόνος του ο καθένας? τόσα ερημονήσια, δύσκολα μπορώ να θυμηθώ όσο πίσω κι αν πάω

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s