αγιοδημητριάτικα

Δεν χρειάστηκαν πολλά. Με μια “καλημέρα” και μια ματιά συνεννοηθήκαμε.

“Κι εσύ, ε?”  είπε το βλέμμα του κι ελάχιστο χώρο άφησε το παράπονο στην έκπληξη. Όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο άριστα εκπαιδευμένοι όλοι στην αναμονή της απώλειας. Κάθε καλημέρα σαν ξυπνητήρι πλέον. Προγραμματισμένο τέλεια αποβραδίς για να σου στερήσει ακόμη κάτι μόλις έρθει η ώρα.

Απάντησα μ΄ένα παρατεταμένο χάδι σ΄ένα άσπρο μπουκέτο, προγραμματισμένο κι αυτό να διαρκέσει μέχρι να ανάψει το πράσινο και πέρασα απέναντι. Mε κανέναν που επί τόσα χρόνια έχεις συναλλαγές δεν χρειάζονται περισσότερα απ΄όσα χωράνε σ΄ένα κόκκινο-πράσινο, ό,τι κι αν είναι αυτό που αποφασίζεις να σταματήσεις να αγοράζεις.  Ελπίδες, φόβους ή λουλούδια.

Δεν είναι για τα τέσσερα, τα πέντε ευρώ. Ακόμη δεν είναι γι΄αυτό. Είναι που πάντα διάλεγα εκείνη την στιγμή της εβδομάδας που θα μπορούσαμε μετά να σεργιανίσουμε μαζί για καμιά ώρα, χαζεύοντας στην πόλη. Να ακούω κάθε τόσο το κρατς κρατς από το πρόχειρο  περιτύλιγμα, να νοιώθω την παρουσία και την ομορφιά τους να με δυσκολεύει, πριν τα βάλω στο βάζο. Καμιά παρουσία δεν σου επιτρέπει να αγγίξεις την αληθινή της ομορφιά στα εύκολα και χρήσιμο είναι να το θυμάσαι πριν γίνει απουσία.

Να αναγκάζομαι να τα βάζω κάτω από την μασχάλη για να ανοίξω την ομπρέλα, να τα κρατάω με τα γόνατα για να βρω το πορτοφόλι, να αγχώνομαι μη και τα ξεχάσω στην καρέκλα του cafe, να τα κρύβω πίσω από την τσάντα πριν αφήσω ένα πενηντάλεπτο στο πλαστικό κουτί πάνω στα χαρτόνια.

Τελευταία, περισσότερο με τα γόνατα παρά με τα χέρια τα κρατούσα, όλο και πιο πολύ τα έκρυβα. Ακόμη κι από όποιον μας συναντούσε αγκαλιά στο ασανσέρ έτοιμος, πριν καν δεν αν αυτή την εβδομάδα ήταν άσπρα, κόκκινα ή πορτοκαλί, να ρωτήσει πασπαλίζοντας την απορία με μια δόση ειρωνείας. “Έχετε κάποια γιορτή”?  Κι όταν η δεύτερη γεμάτη σακούλα στο ταμείο του σούπερ μαρκετ έχει γίνει προκλητική καθυστέρηση για όσους περιμένουν, κουδουνίζοντας στη χούφτα τα κέρματα, να πληρώσουν τα δυο τρία απολύτως αναγκαία, απάντηση πειστική και τεκμηρίωση για το τι ακριβώς μπορεί να είναι για τον καθένα γιορτή και απαραίτητο, παύει να υπάρχει.

Μα και στα βαζάκια τους, πάνω στο τραπεζάκι, μέσα σ΄ένα ποτήρι στο τραπέζι της κουζίνας, το ίδιο και παραπάνω προκλητικά. Και κάθε δυο μέρες που ψαλίδιζα τα κοτσάνια, καλύτερα για να τα κρύψω, εκείνα σαν να ψήλωναν αντί για να κονταίνουν.  Κι όταν το χέρι των φίλων, αφού τσαλακώσει το άδειο πακέτο, δεν απλώνεται πια στην μέσα τσέπη αλλά διστακτικά στο δικό σου, όταν πακέτο καβάντζα πια δεν υπάρχει και ο μήνας έχει 20, καλύτερα τίποτα να μην μπαίνει ανάμεσα στις ματιές, τις λέξεις και τις λύσεις που θα βρείτε. Ούτε καν ένα  μάτσο χρυσάνθεμα.

Το πιο πολύ, το πιο μικρό, που μπορείς να κάνεις αυτούς τους καιρούς. Με όποιο τίμημα, να μην επιτρέψεις στον διαχωρισμό να βρει έδαφος για να φυτρώσει τα αγκάθια του. Με κάθε τρόπο σου και συμπεριφορά να συμβάλλεις όσο περισσότεροι να μείνουμε, μαζί, στην από δω πλευρά. Ενάντια σε πραγματικούς εχθρούς. Να μην αρχίσουμε να περνάμε σε δευτερόλεπτα απέναντι με το που το φανάρι θα ανάψει πράσινο στην σκέψη “εμείς κι εσείς”, να μην τα αισθανθεί  κανείς προς πώληση και αναλώσιμα, περισσεύματα κατεβασμένα από την βιτρίνα σου, την βοήθεια, την ελπίδα και την αισιοδοξία που του προσφέρεις, σαν χάρισμα να συνεχίσει να τα νοιώθει.

Εδώ ο κόσμος χάνεται και λοιμοκτονεί, τώρα θα πεις, δεν έχει για φαγητό, για θέρμανση, χαρτζιλίκι για τα παιδιά του που λιποθυμούν στα σχολεία κι εσύ κάνεις θέμα και κλαίγεσαι για τα λουλούδια, λες κι αυτό είναι το μείζον. Όχι δεν είναι, μόνο είναι που μερικά δεν τα διαλέγεις. Είναι που αν ναφθαλίνη ή χρυσάνθεσμα είναι η μυρωδιά που σ΄ακολουθεί τέτοιες μέρες παραμονές του αγιοδημητριού που στρωνόταν το σπίτι, είναι αν έμαθες ή όχι να το θες όσο πιο πλατύ το “αγαπώ” και το λες “αγαπάω”, κάτι τέτοια μικρά είναι που ερήμην σου διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τους χειμώνες. Μερικά πιο πολύ κι από όσο τον καθορίζουν όσα σ΄έμαθαν να διαβάζεις,  όσα διάβασες, έμαθες,  τα τραγούδια που ακούς.

Που χειμώνιασε απότομα για όλα τα αθέατα που συναρμολογούν εκείνο που είμαστε και μόνο όσα έχουμε ή δεν έχουμε, μπορούμε δεν μπορούμε, χωράνε στην κουβέντα, στα τραπεζάκια, στις κουζίνες. Αυτό είναι. Που όλο και πιο βαθιά στα ντουλάπια κρύβονται τα βάζα και οι αναίτιες γιορτές, εκείνο το κομμάτι κάθε μέρας που ήθελε να είναι Κυριακή και παίρνουν την θέση τους γεμάτα τασάκια και πακέτα άδεια. Αυτό είναι κι εκείνο το παράπονο. “Kι εσύ ε?”. Που όταν από την ομορφιά που αγαπάς δεν ζουν και οι άλλοι, κονταίνει το αγαπάω και γίνεται αγαπώ κι ένα μέρος της   χάνεται, αυτό είναι. Αθελά σου το αφήνεις εκεί, στο απέναντι πεζοδρόμιο, κάθε που κι από κάτι περνάς απέναντι. Όλο και πιο συχνά. Αυτό μόνο είναι, αλλιώς νερατζιές για να κόψεις ένα κλαρί γεμάτα τα πεζοδρόμια. Κι από τις δυο μεριές.

 

 

Advertisements

6 thoughts on “αγιοδημητριάτικα

  1. Ό,τι κι αν κάνουν τα χρυσάνθεμα θ’ ανθίζουν αυτήν την εποχή.Κι η ομορφιά θα είναι πάντα το ξόρκι της μικρότητάς τους και η σταθερά στη ζωή μας.

    • κι αν το διάβαζαν αυτό το σχόλιο, ένα μόνο θα είχαν να απαντήσουν: “κι εμείς σας αγαπάμε κύριε”. εκ του αγαπάω

  2. θα κατέβω να πάρω
    για σένα

    μέχρι να μαραθούν, θα σ’ έχω μέσα στο σπίτι μου ♥

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s