stuff only

01

Όταν δουλεύω πρωί θέλω να είμαι εκεί νωρίτερα. Xωρίς βιασύνη να μετρήσω 76 βήματα πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας από το χειρόφρενο έως την είσοδο κι αν είναι χειμώνας, ερημιά και το συντριβάνι άδειο ακόμη καλύτερα. Να μείνουν δυο λεπτά για μερικές ψεύτικες παρηγοριές στον βραχνά του Θανάση στο περίπτερο αν θα κατορθώσει να το κρατήσει κι αυτόν τον χειμώνα, για τα παιδιά στην πύλη που η σύμβασή τους και τα 600-700 λήγουν ξανά σε μερικές εβδομάδες κι ό,τι περισσέψει για ένα τσιγάρο ανάμεσα στα παρτέρια στο προαύλιο, αν ψιχαλίζει κιόλας κι έχουν βγει οι φθινοπωρινοί πανσέδες ακόμη πιο καλά.

Να προλάβω να τα κοιτάξω για λίγο από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα, τα κτίρια του θηρίου.
Τα στοιχισμένα παράθυρα, τις γερμένες  κουρτίνες, τους ελάχιστους που τέτοια ώρα κάθονται στα παγκάκια μ΄έναν κλειστό φάκελο στα γόνατα, τα φορτηγά που ξεφορτώνουν τυρόπιτες και χυμούς. 

Η μοναδική ώρα που οι ωχροί τοίχοι επιτρέπουν να τους αγγίξουν μυρωδιές υγιείς, σιωπηλές, χωρίς κρότο. Το πολύ έως τις 9:00 όλοι οι φάκελλοι έχουν ανοίξει, όλα τα γόνατα έχουν κοπεί. Η περίμετρος και των κτιρίων και της γης έχει χωρέσει στα λίγα εκατοστά της υπογράμμισης πάνω στο άσπρο χαρτάκι, στα δαιδαλώδη παραπεμπτικά και στο σφίξιμο τι δικαιολογεί πλέον και τι όχι το ταμείο. Μετά τις 9:00 ό,τι κι αν αγγίξεις από το κυλικείο, άοσμες κι άγευστες πέτρες σε κλειδωμένα στομάχια.
Βία μέχρι τις 10:00 το θηρίο έχει ανοίξει διάπλατα το στόμα όλους για να μας καταπιεί, όποιος πρόλαβε να του ρίξει μια ματιά από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα, πρόλαβε. Για κανέναν άλλον κανένα θηρίο, ούτε εκείνα των παραμυθιών, χαλαλίζουν οίκτο.  

Μερικά πρωινά περπατώ έως τα τελευταία παρτέρια, φτάνω στο τέρμα της περίφραξης που οριοθετεί τις εντός από τις έξω θηριωδίες, μέχρι το εκκλησάκι. Ανακαινισμένο κι αυτό, σαν τα παγκάκια, το κυλικείο, τα παρτέρια, τις ταμπέλες. Ευγενική προσφορά κι απομεινάρια όλα της ολυμπιάδας που αξιώθηκε να διοργανώσει το προτεκτοράτο. Σε όλα τα πάρτυ από τις δόξες και τις τιμές για τους υψηλούς προσκεκλημένους απομένουν μερικά ψίχουλα για τους σερβιτόρους, όσο μαζεύουν αποφάγια, άπλυτα, ασυμμάζευτα. Για όσους μπαινοβγαίνουν πίσω από την πόρτα stuff only, όπως λέμε “γραφείο ιατρών”, ονοματεπώνυμα δεν χρειάζονται, δεν περίσσεψαν για τόσες ταμπέλες, υπάρχει εκείνο του υπεύθυνου του καταστήματος στην είσοδο, αρκεί.

Τι είναι αυτό που μια φορά στο τόσο με κάνει να σπρώξω την πόρτα, να ρίξω μια ματιά στο εσωτερικό, ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω. Αρκούν ο ξεκοιλιασμένος λύκος με την τεμαχισμένη γιαγιά μέσα του, το ισοπεδωμένο σπίτι που κάποτε έμεναν τα γουρουνάκια, η σταχτοπούτα που δίδαξε πως αν δεν έχεις πόδια τύχη καμιά δεν έχεις, ας μείνει και κανένα παραμύθι με άγνωστο νόημα και αληθινά παρήγορο τέλος.

Υπό κανονικές συνθήκες, η θέα ενός σώματος μισοπεσμένου σε δυο καρέκλες, μέσα σε δέκα τετραγωνικά που τα μισά καταλαμβάνουν μια εικόνα κι ένα μανουάλι και τα υπόλοιπα το μούδιασμα, σε σπρώχνει να δεις αν κάτι έπαθε, αν κάτι χρειάζεται. Την πρώτη φορά. Όμως δεν είναι η πρώτη και οι κανονικές συνθήκες, καιρό τώρα, είδος πολυτελείας, αντίκες για συλλέκτες. Αν ποτέ υπήρξαν και για όσους τυχερούς. Δεν είναι και πάντα από επιλογή που ακυρωμένα εισιτήρια του πρώτου πρωινού, τρεχαλητά και ξεψυχισμένα σήματα στον οδηγό μην και δεν σταματήσει και καθυστερήσεις στο ραντεβού με το μισό ένσημο, με το χαρτάκι προτεραιότητας στο νοσοκομείο, στο ικα, στην εφορία, στο ραντεβού με την ημιαπασχόληση, με την ημιζωή, είναι η μία και μοναδική σου συλλογή.  

Μάτια κλειστά, ανάσα άηχη ξεψυχισμένη, μια σακούλα του Σκλαβενίτη ασφαλισμένη, περασμένη σαν μολυβένια μπάλα στο πόδι.  Ένα δεύτερο ρούχο, ένα μπουκάλι νερό ίσως, βιβλιάρια υγείας. Ό,τι θα χωρούσε πάνω στην μοναδική καρέκλα ενός μονόκλινου, για όσο διαρκεί η νοσηλεία της γυναίκας, του παιδιού ίσως, στην “μεγάλη πολιτεία”. Πολλά ίσως, αντίκες πλέον και οι κάθε είδους βεβαιότητες.
Η ταγκιασμένη μυρωδιά επαρχιακού καφενείου-ταβέρνας-μπακάλικου του ΄80, καλύπτει εκείνες του λιβανιού και της υγρασίας, προδίδει πως δεν είναι η πρώτη νύχτα.  Και για αυτήν που πέρασε και για όλες τις νύχτες που θα απαιτηθεί, ακόμη και το πιο ανήλιαγο μονόκλινο σε ένα ξενοδοχείο απαγόρευσε η ξεφτίλα αυτής της δημοκρατίας, πιστή στα όσα ορίζει το σύνταγμά της περί του επί χάρτου είμαστε όλοι ίσοι. Όποια γνώμη κι αν έχουν οι μπάλες στα πόδια μας. 

Πάρε 400-500 στα εβδομήντα, στα ογδόντα σου, και σούρνε τις νύχτες, τους εφιάλτες, τις αγωνίες και τις πλαστικές σακούλες σου όπου θες, αρρώστησε κι εσύ και οι δικοί σου όσο θες, ψόφα όπου θες, κανένας δεν θα σε ενοχλήσει. Ελευθερία πλήρης και όλοι στα “ψόφα” ίσοι. 

Πάρε κι εσύ 1.000-1.500-2.000 αφού ο πάπυρος σου ζυγίζει παραπάνω από εκείνους των παιδιών στην πύλη,  βάψε τα χέρια σου μ΄έναν λιωμένο πανσέ όσο τον σφίγγεις με λύσσα μέσα στην τσέπη κι ανέβα πάνω να τα ξεπλύνεις καλά με αντισηπτικό πριν βάλεις την μπλούζα και ξεκινήσεις και σήμερα να παριστάνεις τον αποστασιοποιημένο επαγγελματία. Να ξανακάνεις το αίμα να κυλά είναι η δουλειά σου, τι το σταμάτησε άστο, αύριο πρωί πρωί ξανά. Από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα.
Όλοι ίσοι.

Advertisements

14 thoughts on “stuff only

  1. μια απολυτως τρυφερη αφηγηση στην αποκτηνωμενη πραγματικοτητα μας . ευχαριστω!

  2. Έναν τόπο επινόησα
    για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,

    …………………………………………………………

    Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα..

    (σ’ αγαπώ όσο ξέρεις, και όσο δεν ξέρεις)

  3. απόσπασμα από το ποίημα Λυπιού της Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s