best on (still)

01

Προσπαθώ να περάσω το άλυτο ακόμη νέο κουβάρι στο επιτραπέζιο ημερολόγιο. Το παξιμάδι της μιας βίδας, στο κάτω μέρος του, λείπει εδώ και χρόνια. Το ένα από τα δύο μεταλλικά εξαρτήματα δεν στηρίζεται πουθενά.
Υπενθυμίσεις και επισημάνσεις στον αέρα. Περίπου.
Η ξύλινη βάση τραντάζεται λίγο κάθε φορά από την πίεση του χεριού, μα ακόμη σου επιτρέπει να γράψεις. Για να θυμηθείς. Έγκαιρα. 

Κόβω προσεκτικά το υπερμεγέθες, απειλητικό, 2013 του εξωφύλλου και προσπαθώ στην πίσω άσπρη πλευρά  να σκιτσάρω όσα συγκράτησα από το σώμα  της γυναίκας που πριν λίγη ώρα με κοίταξε με συστολή κι έβαλε προστατευτικά τα χέρια στο στήθος της όταν είπα “βγάλτε τα ρούχα σας”.  “Χρόνος..” είπε κι έσταξε το κινίνο στο λευκό σεντόνι. “Χρόνος.. Τίποτα δεν αφήνει όρθιο”. Ποτέ.

Αν την άκουγες στον φούρνο να ζητάει κάθε φορά την δίπλα πιο καλοψημένη φραντζόλα, στην κομμώτρια να εξηγεί χολωμένη κι ανικανοποίητη που ακριβώς την χωρίστρα  ή να παίρνει τα εγγόνια της από τον παιδικό βαρυγκομώντας που πάλι βρέχει, δεν θα φανταζόσουν πως μπορούσε ποτέ να βγει τόση συναίσθηση από τα άτσαλα βαμμένα χείλη της. Στο πιο προβλέψιμο σημείο παύει να επαρκεί η φαντασία σου όταν το θέμα είναι ανθρώπινες υπάρξεις. Στο σταυροδρόμι. Εκεί που ανταμώνουν σύσσωμες οι  θεωρητικές μοναδικότητες προσώπων και στιγμών.
Σώματα, ζωές,  φτιαγμένα κατ΄εικόνα και εξομοίωση. Σμιλεμένα από θα. Χρόνος που κάποτε ήταν δρόμος. Μέχρι να κατέβουν οι μπάρες, να παγιδευτείς σε μερικά ως εδώ και να μείνουν όλα στέρφοι Γενάρηδες. Να μη γεννήσουν ποτέ όσες Αυγουστιάτικες θάλασσες επί χάρτου έταξαν.  Να αφήσουν ατσεκάριστα, ορφανά από ok done,  τα πιο καίρια to do.  Την μυρωδιά του φούρνου, ένα αυθόρμητο τσουλούφι, τον ήχο της βροχής.

Δεν μ΄άρέσει το σκίτσο της, δεν είναι ένας σωρός ζάρες και γκριζοκόκκινες αυλακιές αυτό που αυτό που άφησε πίσω της στο άδειο εξεταστήριο. Δεν καταφέρνω να γλυκάνω τη γραμμή γύρω από τα μάτια της όπως στα αλήθεια ήταν, το χρυσαφί σαν φωτοστέφανο, που τύλιξε τις αραιωμένες ρίζες όταν είπα “κανένα πρόβλημα όλα καλά”. Αν δεν έχεις δει τέτοιο φως, δεν ξέρεις τι είναι σκοτάδι.  

Τσαλακώνω την άδικη καρικατούρα και σημαδεύω με την αποτυχία μου το καλάθι. Γι΄αυτό υπάρχουν και τα καλάθια και τα χαρτοκοπτικά. Για ό,τι δεν καταφέρνεις. Για τα λάθος σκίτσα, για όλα τα αύριο που μόνο μ΄αυτόν τον τρόπο αξιώθηκαν να γίνουν φύλλο και φτερό όπως τους έπρεπε, όπως σου είχαν, όπως σου είχες υποσχεθεί.

Γύρω μου ευχές αμήχανες περισσότερο από ποτέ και απολογισμοί μηχανικοί.  Περιφέρονται ανάμεσα στα καλάθια και τα κουτιά.  Ποτά, γλάστρες, γλυκά. Ό,τι τέτοιες μέρες νοιώθουν πως μας οφείλουν όλοι όσοι λίγο ή περισσότερο βασανίστηκαν μέχρι να ακούσουν από το στόμα μας “οκ, όλα καλά”.

Από πετσοκομένους μισθούς, συντάξεις ζητιανιάς, μέχρι κι από επιδόματα ανεργίας βγήκαν και φέτος. Περίσσεψαν. Για το πιο καλό ζαχαροπλαστείο, την πιο ακριβή μάρκα. Σαν ευχαριστώ για δυο μόνο λέξεις μας.

Ό,τι συγκράτησαν από μας,  καθρεφτισμένο στο σχεδόν συνομωτικό γέλιο τους όταν ανοίγουν διστακτικά τις πόρτες μας. Κάποιους δυσκολεύεσαι ακόμη και να τους θυμηθείς. Έχουν περάσει μήνες, για κάποιους και χρόνια. Ντρέπεσαι που ακόμη κάτι από τα ελάχιστά τους στερήθηκαν εξ΄αιτίας σου, μα δεν τους σταματάει το πόσο υπέροχα χάλια νοιώθεις.  Απλώνουν με περηφάνια μπροστά σου το κατόρθωμά τους και μ΄ένα “εγώ έτσι θέλω” πετάνε στο καλάθι κάθε σου “μα δεν έπρεπε”. Όμορφοι άνθρωποι. Στεγνά θρασείς, μετά την τρικυμία τους. Αποστομώνουν κάθε άχρηστο παρελθόντα  χρόνο σου  με την θέληση του τώρα τους. Τους βοήθησες να το μάθουν, να το θυμηθούν, σου θυμίζουν πως εσύ το ξέχασες. Πάλι το ξέχασες.

Και τώρα ξεχνιέσαι για λίγο. Με το πείσμα, το γέλιο, την αισιοδοξία τους. Σαν να ΄ναι αυτές οι περασμένες τρικυμίες  η μόνη ανασκόπηση. Σαν να μην είναι ολοζώντανο κανένα απ΄όλα τα the best και of  και off, στο μυαλό, στις σελίδες, στις οθόνες μπροστά σου. Τα 10, 50, 100 που μας “σημάδεψαν”. Είναι να μην την βάλει τη ζωή σου σημάδι η ζωή, δεν αστοχεί εύκολα. Oι 10, 50, 100 καλύτερες φωτο. Όλα τα “καλύτερα“. Σε σκίτσα που χειρότερο δεν έχουν.  Κατράμι, πίσσα. Ό,τι συγκρατήσαμε. Από χείλη κουρασμένα, αρυτίδιαστα, άλλα ούτε σχηματισμένα ακόμη καλά καλά, μελανιασμένα όλα. Ποιος έχει ανάγκη την αιθαλομίχλη για να του κόψει την αναπνοή κι ο Κάμερον που μας διαβεβαίωσε πως κανένα τέρας δεν είδε στον πάτο της γης ας ζητήσει το Deepsea Challenger να αποκτήσει δυνατότητα κατάδυσης σε ανθρώπινο νου. Εκεί θα τα βρει όλα.
Ό,τι συγκρατήσαμε και απ΄αυτούς τους τέσσερις χειμώνες. Ζόφος, πληγές, ναυάγια.
Σύνταγμα, Γάζα, Τουλούζη, Μυτιλήνη, Ντένβερ, Αμυγδαλέζα, Κονέκτικατ. Δαμασκός, Ρώμη, Πάρος, Μαδρίτη, Ισλαμαμπαντ, Ν.Δελχί, Ξάνθη. Από πλατεία σε πλατεία, απ΄το παράθυρο έως το πεζοδρόμιο, απ΄όλα τα αμπάρια ως τον βυθό, μια τρικυμία τρόμος.

Ετοιμάζομαι  να μετρήσω και τις φετινές Τετάρτες. Πάλι. Να τις κυκλώσω αχνά όλες. Ξανά. Να δώσω χώρο και υποσχέσεις στην πιθανότητα φέτος να τα καταφέρουμε. Δυο χρόνια προσπαθούμε να τα ταιριάξουμε. Ωράρια, υποχρεώσεις, αργίες, αποστάσεις. Δυο χρόνια. Αστείο σε σημείο τραγικό.

Κάνω έναν κύκλο μόνο στην  “2 Ιανουαρίου” και κόβω το χαρτί.
“Την Τετάρτη που ΄χεις ρεπό πήρα άδεια. Για να πάμε μαζί στην λαική που σου αρέσει. Να περπατήσουμε ανάμεσα στα χρώματα, να πάρουμε χόρτα και μυρωδικά για να φτιάξουμε μαζί την αγαπημένη σου πίτα και να μου αγοράσεις ένα μάτσο χρυσάνθεμα”, γράφω και το χώνω στην τσάντα μου.  Μόλις.

Φεύγοντας θα αγοράσω ένα κουτάκι, θα το βάλω μέσα και θα το δέσω με μια κόκκινη κορδέλα. Θα στο δώσω σήμερα παραμονή πρωτοχρονιάς με το που θα μπεις στο σπίτι. Μαζί με εκείνο το ημερολόγιο της Γεροδήμου με τα καράβια που είπες πως σου άρεσε. Χρόνος. Τίποτε ακριβότερο, πολυτιμότερο, ούτε φέτος βρήκα να σου πάρω. Με το που θα μπεις. Ούτε δέντρα, ούτε καμινάδες, τίποτα.  Αμέσως.

Ξέρεις, το ψέμα που πιο πολύ απ΄όλα με χάλαγε πάντα στον μύθο του Αη Βασίλη είναι που ριζώνει μέσα μας τόσο νωρίς, τόσο ασυναίσθητα, το πιο παράλογο. Πως μπορεί ποτέ να θεωρείται αληθινό δώρο, ό,τι  κι αν σου χαρίζεται, όταν εσύ δεν είσαι εκεί. Πια.

Που μας βάζει για ύπνο και μέχρι να ξημερώσει, να ξαστερώσει,  κανείς δεν εγγυάται πως θα σου είναι ακόμη χρήσιμη η επίγνωση πως μόνο όσο είσαι εκεί χαρισμένο τίποτα, μα όλα δώρα. Όσο είσαι παρών. Μόνο. Όσο μετριέσαι όρθιος στο πλήρωμα της γαλέρας. Τώρα. ΄Οσο  σου είναι χρήσιμα τα παπούτσια σου. Ακόμη.

Και λάθος να κάνει ο King και να μην  είναι στρωμένος με επιρρήματα ο δρόμος για την κόλαση, η πόρτα της ελπίδας βέβαιο ότι άλλο κλειδί από ενεστώτες δεν αναγνωρίζει. Κανένα θα πασπαρτου, όσο τέλεια κι αν σχεδιάστηκε για να ταιριάξει στην κλειδαριά της, δεν θα την παραβιάσει τόσο ώστε να χωράς με όσα κουβαλάς να την περάσεις.  Από κανέναν ήταν και έπρεπε  πολιορκητικό κριό, όσο ασήκωτους κι αν τους νοιώθουν τα χέρια, δεν χαμπαριάζει, δεν συγκινείται, δεν ανοίγει. Μην περιμένεις. Εδώ είμαι, εδώ είμαστε,  πες και πέρνα.

Advertisements

5 thoughts on “best on (still)

  1. οταν ημουν πιο μικρη,το κλαμα το ειχα ευκολο.Σινεμα,γαμοι,βαφτισια,Πηνελοπη Δελτα,σπαραζα..Μεγαλωνοντας,εχασα δυο πολυ σημαντικους ανθρωπους,,εκλαψα δυο χρονια κι υστερα στερεψα.Δεν εβγαινε δακρυ..Μεχρι που αρχισα να σε διαβαζω..

  2. αν δεν κουβαλούσα σαν τατουαζ το “εχω χάσει δυο πολυ σημαντικους ανθρωπους” δεν θα ήξερα τι σημαίνει στέρεψα και θα ζητούσα συγνώμη που γίνομαι αφορμή για δάκρυα.
    τώρα μόνο ευχαριστώ από καρδιάς λέω και Καλή Χρονιά. χωρίς απρόβλεπτες απουσίες..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s