τα δισύλλαβα

01

“Θα της πήγαινε το Σμαράγδα” μουρμούρισε ο Πάνος πίσω από τον πάγκο, παραμέρισε χαρτιά και πενάκια για να ακουμπήσει το δεύτερο διπλό. Old fashion ιεροτελεστίες και τάματα 40plus σε νερά θολωμένα, απομεινάρια από κάποτε μονοθεϊσμούς. Τελευταίο, γωνιακό σκαμπώ, τρία παγάκια, στάχτες έξω από το τασάκι, ο dj μόλις είχε χαμηλώσει τα φώτα και ψήλωνε το Love΄s Name. Σκάρτα πενήντα τετραγωνικά, δέκα τραπέζια όλα κι όλα εκτός από την μπάρα,  μια χαρά αρκούσαν πέντε στιχάκια ψέμματα για να τα φωτίζουν. I never trusted happiness.. Να λάμπει ο τόπος  αρκούσαν.

Πάντα έτσι ήταν ο Πάνος, όσο τον θυμόταν.  Από το γυμνάσιο ακόμη, όταν πρωτοξέκινησαν το χαζοπαίχνιδο με τις μαντεψιές για τα ονόματά τους. Κοιτάσματα μόνο έβλεπε στις γάμπες τους. Σμαράγδια, πετράδια, καράτια. Στα “αγοράζονται – πωλούνται χρυσά”  δεν έδινε σημασία, από προειδοποιητικές πινακίδες δεν ήξερε, σε όλες μόνο πληροφορίες διάβαζε.

Όπως κι αν έλεγε στους άλλους πως την έλεγαν, απόψε είχε καθυστερήσει. Και η πινακίδα το ίδιο. Έξι μήνες ήδη ζωντανό το μεγαλύτερο απωθημένο του Πάνου και μαρκίζα κανονική δεν είχε. “Εσύ θα την φτιάξεις” του ‘χε πει με το που έδωσε καπάρο για το ισόγειο μετά υπογείου για χρήση επαγγελματική/θέση προνομιακή/τιμή ευκαιρίας και τα βάφτισε “Friday Moon“. Toυ το σκάλισε με καλλιτεχνικούς χαρακτήρες σ΄ένα παλιό κομμάτι ξύλο, το κάρφωσαν στον τοίχο δίπλα στην είσοδο κι όποτε έβρισκε και πως ακριβώς όφειλαν να είναι τα παρασκευιάτικα φεγγάρια, θα ολοκλήρωνε και την οριστική μακέτα. “Ένα φεγγάρι μόνο, ένα φεγγάρι όμορφο να ΄ναι, αυτό μόνο”  η παραγγελία. Πληροφορίες μόνο.

Προς στιγμήν, σκέφτηκε να αντιγράψει εκείνο που είχε σχεδιάσει έτη φωτός και ξαστεριές πίσω, για την μικρή pub του Ιαν στο Camden Town.  “Yellow Moon”.  Μια ταμπέλα, για τα ποτά και τους γύρους darts δυο μηνών σαν φοιτητής. Από τότε Πίπης κι Αλεξανδράκης σ΄ένα κεφάλι και κεντρικό θέμα οι Κυρίες της Αυλής. Μια μόνο νύχτα του ΄χε πάρει να σχεδιάσει το μισοξαπλωμένο θαμπό μισοφέγγαρο με το κίτρινο βέλος στη μιαν άκρη. Το τόξο που ζωγράφιζε εκείνον τον πρώτο χειμώνα τους το καθισμένο πάνω του κορμί της Στέλλας στην μισοσκότεινη σοφίτα, όταν τεντωνόταν προς τα πίσω κι έτρεχε λαχανιασμένο, αγχωμένο, μη κι αργήσει ο λαιμός της στα ραντεβού με το στόμα του. Ο Ίαν είχε να το λέει για μήνες, ξετρελαμένος με τον τρόπο που χώρεσαν η καμπύλη μπάρα και οι κατακίτρινοι τοίχοι της πίσω αίθουσας με τους στόχους, σ΄ένα τόσο δα λογότυπο. Ο ορισμός του επιτυχούς συμβολισμού. Στην τέχνη, στην ζωή. Εκείνος που για όλους του βρίσκεται διαθέσιμη μια συμπτωματική παρανόηση, για να νοιώσουν οικείο κάτι που για πάντα θα μείνει  παντελώς  ξένο τους.

Αλλά ο Πάνος ήταν σαφής. “Όμορφο, αυτό μόνο“. Εκείνο ήταν και κοιμισμένο, θαμμένο. Και ερείπια από αρχαία φεγγάρια σοφό είναι να μην ακουμπάς, να μην τα ξυπνάς. Ανοίγοντας τα μάτια τους μπορεί και να σε τιμήσει η θεοσκότεινη πλευρά που δεν πρόλαβες να διακρίνεις όσο περιστρέφονταν γύρω σου. Ή εσύ περιστρεφόσουν γύρω τους, ποιος νοιάζεται. Οι ακριβείς λεπτομέρειες μόνο όσο συνοδεύουν ενεστώτες έχουν βαρύτητα και λόγο στην πλοκή.

Στοιχημάτιζε πως αν σκάλιζε τα φοιτητικά αρχεία του στο πατάρι κάπου θα το ανακάλυπτε, μα άλλο σχέδιο θα υπήρχε στο μουχλιασμένο χαρτί. Ένα σχεδόν όρθιο φεγγάρι από ξεραμένο μελάνι θα ΄βρισκε και στην μια πλευρά του, αντί για βέλος, καθισμένα τα τρία παιδιά της Στέλλας. Δεν είχε ιδέα αν είχε ένα, δύο, κανένα, αλλά του άρεσε να την φαντάζεται με τρία. Με το μεγαλύτερο δυνατό αντίβαρο στην άκρη της η κάθε απώλεια, μόνιμα και σίγουρα για να ισορροπούν όλα. Για τίποτα δεν αφήνεσαι πιο αβασάνιστα να πειστείς, παρά πως για κάτι πολύ πιο σπουδαίο χάνεται το δικό σου κάθε φορά πρωτεύον. Ασυμφωνία προτεραιοτήτων. Το πιο αναίμακτο κλείσιμο λογαριασμών, μπαούλων. Με όλα τα άλλα λουκέτα, όσο και να στριμώχνεις και να πατάς πάνω, το “πολύ κακό για το τίποτα” περισσεύει, κρέμονται απ΄έξω τα ξέφτια του μια ζωή. Από πολλές ζωές απ΄έξω.

Δεν είχε ακόμη τελειώσει ο εφιάλτης των χάρτινων φεγγαριών που άλλαζαν σχήματα μέσα σε υγρά πατάρια όταν την είδε στην πόρτα. Μερικές πόρτες γι΄αυτό μόνο ανοίγουν. Για να φρενάρει το τρίξιμό τους όνειρα ή φαντάσματα,  σε ποιον από τους δυο κατήφορους θα σε πετύχουν δεν ευθύνονται. Με σένα μόνο έχουν να κάνουν τα πριν και τα μετά, οι άλλοι αμέτοχοι και όλα δανεικά. Αμέτοχος κι εσύ στα δικά τους.

Tζην, μπότες, παλτό. Μαύρο πουλόβερ, δυο ασημένιες μπίλιες μισοκρυμμένες πίσω από τα μαύρα μαλλιά, μαύρη-μπλε πασμίνα. Aπ΄αυτές που οι περισσότερες φορούν με πρόφαση το κρύο για να ΄χουν να παίζουν με τα κρόσσια στις άκρες τους όσο σου μιλάνε, όσο δεν σου μιλάνε, όσο σου παίρνει τα αυτιά η σιωπή τους. Μαύρο, μπλε, ασημί, μπλε, μαύρο, μια υποψία ροζ στα χείλη της. Αδιάφορα, συνηθισμένα όλα, μα το “εδώ είμαστε” πρέπει να το άκουγε ως και η μαγείρισσα στο υπόγειο. Μέχρι να φτάσεις στον τρόπο που άγγιζε τα παλιά καψίματα από τσιγάρα πάνω στον πάγκο.  “Δεν είμαι εδώ” και σε ξανάστελνε πίσω, στην αρχή, στα τακούνια της. Από κάτω τους. Με μερικές πόρτες, από την πρώτη ώρα που στέκεσαι στο κατώφλι τους,  αρνείται να σου κάνει τη χάρη το μυστήριο της κατάληξης. Προβλέψιμες σε σημείο ανατριχιαστικό. Δεν έχεις να λες πως “δεν το περίμενες”, μόνο να το καθυστερείς σου μένει. Love stay away from my door.. Ναι καλά.

Θα έπινε και σήμερα δυο βότκες σκέτες, θα έκανε ένα τηλεφώνημα και πέντε έξι τσιγάρα, ίσως αργότερα ερχόταν και η παρέα της, θα γελούσε ξανά όπως είχε χρόνια να δει άνθρωπο να γελάει, η τρίτη βότκα θα έμενε μισή. Θα τον κοιτούσε για μερικά δευτερόλεπτα, κάθε φορά σαν να μην είχε ξανακούσει το “ούτε κι εγώ” στον τρόπο που κρατούσε το ποτήρι του και θα έφευγε.

Σ΄ένα από τα τραπεζάκια δυο εικοσάχρονα μοιράζονταν σφιχτά το ίδιο σκαμπώ.

“Μπορεί και Χριστίνα” του πέταξε, μαζί με ένα καθαρό τασάκι, ο αμετανόητος που για όλες φαντασιωνόταν Φωτεινές Αρετές, Πηνελόπες και Αγάπες.

Mε το πιο λεπτό πενάκι σχεδίασε  δυο λίγων ημερών φεγγάρια, αγκαλιασμένα.  Ξάπλωσε το χαρτί στον πάγκο γύρω γύρω απ΄όλες τις μεριές, το κοίταξε, το ξανακοίταξε, το μουτζούρωσε. Χαμένος κόπος, σπαταλημένος χρόνος, χρόνια.  Στα είκοσι όλα τα φεγγάρια, όλες οι πληροφορίες και προειδοποιήσεις  ίδια είναι, το ίδιο πρώιμα, εκείνος έψαχνε του τώρα της  Παρασκευής.  Πριν γίνει κι αυτή Βούλα.

Τα ονόματά τους έφταιγαν, χρόνια είχε κατασταλάξει. Εκείνα τα κατασκευασμένα δισύλλαβα που επέλεγαν να υποδυθούν, για να μπορείς να εξαπατηθείς με την πρώτη κιόλας φορά που θα τα ψιθυρίσεις. Να λες Μάγδα, Πόπη, Τίνα, Μάρω και να ακούγεται σαν μαζί, εδώ, πάντα. Tα  ονόματά τους. Τα δικά τους ήταν ψεύτικα όχι εκείνο της αγάπης.

Ε άκου τα από την αρχή σαν τέλος, να τελειώνουμε” του λεγε συχνά ο Πάνος. Ο αιώνιος Πάνος. Πληροφορίες μόνο. Κανένα  δισύλλαβο δεν ηχεί ως προειδοποίηση, κανένα τους δεν μπορεί να ακούσεις έγκαιρα σαν τελειώσαμε.

Don’t mention love’s name it don’t play by the rules love is a wicked woman’s tool.. Και ποιος την ρωτάει?

Τα δάχτυλά της γύρω από το ποτήρι, το ένα πόδι στο πάτωμα το άλλο λυγισμένο, ακουμπισμένο στο σκαμνί.   Τα έβλεπε να πλέουν μέσα στις πυτζάμες του, ένας ξυπόλητος αγουροξυπνημένος αρλεκίνος κι από τις μισοτραβηγμένες κουρτίνες να μπαίνει η πρωινή ομίχλη του Holysloot τον Νοέμβρη.  Όταν αρχίζεις να τους βάζεις κι όχι να τους βγάζεις ρούχα για να τις ξυπνήσεις στο πλάι σου, να χαίρεσαι στην εικόνα τους αντί να θες να πας να γράψεις ματοβαμμένα ποιήματα που θα τα δει η μέρα και θα ξεκαρδιστεί, δεν έχει επιστροφή.  Θα το μάθεις ας είναι  και μονοσύλλαβο.  Και  Μη και Θα σκέτο να τις λένε, θα το μάθεις.

Μέχρι και που το γόνατό του ακούμπησε στο στρίφωμα του παλτού της, δεν ήξερε αν θα την ρωτούσε  πρώτα για το Jordaan, το Μarai ή την Σόλωνος, όταν θα του ‘ λεγε “τρεις μέρες βρέχει ασταμάτητα, oύτε τότε στο Dover έτσι, θυμάσαι”?  Το μοναδικό που ήξερε, πως στον τρόπο που τα δάχτυλα αγκαλιάζουν το ποτήρι και ταξιδεύουν πάνω στα σημάδια από τα καψίματα στο ξύλο, Παρασκευή βράδυ σ΄ένα μικρό μπαρ ρεστοραν, βρίσκεις όλες τις διαδρομές, τα  παράθυρα και τις θέες που κάποιος λάτρεψε, μίσησε, ξέρεις ποιος είναι. Κι ας μη μάθεις ποτέ κανένα από τα επουσιώδη. Από που έρχεται, ποιος τον περιμένει όταν φεύγει, αν τον περιμένει, αν η προσποίηση του φεύγω ή εκείνη του επέστρεψα πονάει πιο πολύ, πόσα ακριβώς καλοκαίρια κουβαλάει στις τσέπες του το άρωμα και τα φώτα της κάθε λεωφόρου, της κάθε στοάς που χώθηκε για να γλυτώσει μια καλοκαιρινή μπόρα.

“Τι αγόρασες τελικά από το Bookstore Cafe περιμένοντας να κοπάσει η νεροποντή?”
“Το Le Peintre de la vie moderne, μεταχειρισμένο. Έφευγα την επόμενη μέρα, ξέρεις πως είναι, καλύτερα τον απολαμβάνει κανείς στα σύννεφα” του γέλασε,  έβγαλε το παλτό και το κρέμασε στο γαντζάκι κάτω από τον πάγκο. Να σέρνεται στα πόδια τους. Να μην αισθάνονται μόνα.

“Κι αν έπρεπε να απαντάς σε δύο μόνο συλλαβές?”
“Μμμ.. Κλειδί?”
“Χάρηκα. ΄Ενας”
“Σου λείπει που δεν γυρνάς πια όταν φωνάζουν Κανένας?”
“Tις πρώτες φορές μέχρι την απογείωση ξεχνιόμουν πάντα με το Une saison en enfer, μετά με τις καραμέλες και μετά ξέρεις πως είναι. Μαθαίνεις, συνηθίζεις, θέλεις μόνο να κοιτάς έξω. Και νύχτα να ΄ναι, παράθυρο ζητάς…….”.

Ο Πάνος πήγε, ήρθε, ξανάφυγε. Τι έφερε, τι πήρε, κανείς δεν είδε. Αν χρειάζεται να τα δεις για να ξέρεις τι σου παίρνουν, τι σου αφήνουν, σημαντικά δεν θα είναι.

Την ώρα που τράβηξε την μπότα της ανάμεσα από τα πόδια του και ξεκρέμασε το παλτό από το γαντζάκι, σαν να ΄νιωσε τι εννοούσαν όλοι και τρώγονταν με τον βαρύ φετινό χειμώνα.

“Πρέπει να φύγω, είναι αργά. Θα ξανάρθω”.”Αργά δεν πειράζει, νωρίς μην είναι” της χαμογέλασε, όπως είχε χρόνια άνθρωπος να τον δει να χαμογελά.

Κοιτώντας την να απομακρύνεται, γινόταν ακόμη πιο συνηθισμένη. Έως να φτάσει στην πόρτα. Να την ανοίξει και να την κλείσει χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω.

Γύρισε στη γωνία, έκοψε από το μπλοκ μια καθαρή σελίδα. Μπλε πενάκι, μαύρο πενάκι, μια ιδέα κόκκινο. Εκεί στην κορυφή του δρόμου που στεκόταν ένα απλώς μαύρο μπλε φεγγάρι. Ξαπλωμένο όσο ακριβώς  έγερνε προ το μέρος του κάθε φορά που πριν της απαντήσει έπαιρνε για ελάχιστα τα μάτια του από πάνω της και κρυφά μια βαθιά  ανάσα και με ζικ ζακ άκρες. Σαν τα κρόσσια της πασμίνας που στριφογύριζε στα δαχτυλά της κάθε φορά που είπε “Δε με νοιάζει τίποτα να μάθω, μόνο να ξέρω”.

“Την λένε Θα Ξανάρθω αλλά γυρίζει μόνο στο Θέλω να σε Ξαναδώ κι έτοιμη η μαρκίζα σου”.
“Ε ζήτημα χρόνου ήταν να γίνουν οι συλλαβές λέξεις, είσαι καλλιτέχνης ρε. Μα μέχρι και το σχέδιο γύρω γύρω από τον καθρέφτη στο bar, μέχρι κι αυτό χώρεσε? Α μην ξεχάσω, πήρε η Ζωή να ρωτήσει αν θα αργήσεις σε έπαιρνε λέει στο κινητό αλλά δεν απαντούσες”.

Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο, πληκτρολόγησε το νούμερο χωρίς να είναι και σίγουρος πως το θυμόταν σωστά απ΄έξω, πάντα από τον έτοιμο κατάλογο ή από μια κλήση  προηγούμενη το επέλεγε. .. ΖΩΗ. Το κλεισε πριν προλάβει να χτυπήσει. Αυτό μόνο ήθελε. Να βεβαιωθεί πως σαν Ζωούλα, ακόμη, δεν την έχει πουθενά καταγράψει.

Σταμάτησε στο πρώτο περίπτερο, πήρε δυο πακέτα για εκείνη κι ένα δικό του, τέτοια ώρα τι άλλο να ΄θελε. Από τη μια ζωή στην άλλη, ένα, βία δύο πακέτα δρόμος. 

(Κερασμένο στον Ev Zin για εκείνη την μαγική κουβέντα στον τοίχο)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s