το χάος

1-945961_467107550052741_102617330_n-001

Η ισοτιμία GRD/USD αρχές 90s για ένα 6μηνο άντεξε να μας συντηρήσει ως τους “the Greeks” της εστίας. Τα δίδακτρα ήδη υπέρογκα για τα κυβικά μας, μόνο αν μοιράζαμε τα έξοδα διαμονής είχαμε ελπίδες να παραστούμε στην τελετή αποφοίτησης.

Από κοντά στα μπαγκάζια μας με τα απείραχτα ακόμη αυτοκόλλητα “Olympic Airways” και οι βαλίτσες του Sergio από την Μάλαγα. Κρυστάλλινη σφαίρα εκείνη η εστία. Εύκολα τους στοχοποιούσες από τότε τους μελλοντικούς “πάνω από τις δυνατότητές τους”, τους άπληστους, τους με μαθηματική ακρίβεια αυριανούς χρεοκοπημένους. Eκείνους που στο εξής το μοναδικό “καλύτερο” που θα τους επιτρέπεται να προσδοκούν, είναι να παίζουν με την τύχη τους  μαζεμένοι δίπλα σε αναμμένα μαγκάλια. 

Πριν λίγες μέρες νόμισα πως διέκρινα τον Sergio κάπου εδώ. Δεν ήταν αυτός, σίγουρα δεν ήταν, αν και τα πρόσωπα των ανθρώπων που υποχρεώνονται να κάνουν αίτημα και πανό το δικαίωμά τους να υπάρξουν σιγά σιγά αλλοιώνονται. Γίνονται ίδια δεν τα ξεχωρίζεις. Δεν ήταν αυτός, έχουμε δρόμο ακόμη μέχρι να γίνουν τα πρόσωπά μας ένα. Σ΄αυτόν κόσμο,  σ΄αυτούς τους τόπους. Όχι τους χλοερούς, εν αναψύξεως, εκεί που όλα τα αποτεφρωμένα όνειρα έχουν την ίδια έκφραση. 

Παρασκευή ανοίξαμε την πρώτη τοπική εφημερίδα αγγελιών, Σάββατο κουβαλήσαμε στο “χάος”. Όροφος 12ος, θέα απεριόριστη. Αν είσαι από εκείνους που δεν θεωρούν περιορισμό να παρεμβάλλεται μια θάλασσα τσιμέντο ανάμεσα στα μάτια σου και τον Ατλαντικό. Τετραγωνικά άπειρα,  δωμάτιο ένα.

Τζάμπα κι όλα τα στην εντέλεια καταστρωμένα σχέδια, πως αρχικά θα παρουσιάζονταν μόνο δύο ως ενοικιαστές και κρυφά θα μετακομίζαμε και οι άλλοι δύο. Εξυπνακίστικα, υποανάπτυκτα ταπεραμέντα της από εκεί μεριάς του ωκεανού. Εδώ κανείς δεν νοιαζόταν αν θα είναι για έναν ή για δέκα, για επαγγελματική στέγη ή κατοικία. Ό,τι θες κάντο αφού πληρώνεις, ό,τι κάνεις θα το πληρώσεις. Νόμος. Αmerica is not a country, america is a job. Πρώτο απ΄όλα μας το δίδαξαν, το εμπεδώσαμε νωρίτερα κι απ΄όσο αποδεχτήκαμε πως υπάρχουν πλευρές του ωκεανού χωρίς κοκκινιστό την Κυριακή. Χωρίς καν Κυριακές. 

Προχτές η Χρυσάνθη στον φούρνο μου έλεγε να έχω υπόψη μου, μήπως κι ακούσω κάποιον να ενδιαφέρεται, πως ο ιδιοκτήτης των δυο κλειστών μαγαζιών στο ισόγειο τα νοικιάζει και για κατοικία. Αν βρεθεί κάποιος, ακόμη και αλλοδαπός, θα βάψει τα τζαμια. 150 ευρώ. Τεράστια παραχώρηση, σούπερ ευκαιρία. “150 ευρώ για να ζούμε σε βιτρίνες, εκεί φτάσαμε” είπε. Πουθενά δεν φτάσαμε. Ακόμη βολοδέρνουμε και χτυπιόμαστε σε βράχια σμιλεμένα με δήθεν αναστολές και τάχα προοπτικές. Ούτε country, ούτε job.  Ένα μηδέν στο κενό ανάμεσα, αυτό είμαστε.

Η Ασιάτισσα από το μεσιτικό, μόνο αφού είχε ολοκληρώσει την επίδειξη όλων των κομφόρ με την προκαταβολή 4 μηνών στο ένα χέρι,  ξέσφιξε το κλειδί από το άλλο. Όλα με τη σειρά, όπως προβλέπει το job manual.
Ψυγείο, κουζίνα, tv. Ο προηγούμενος, ένας γλύπτης που χρησιμοποιούσε τον χώρο, ήταν συνδρομητής και σε δύο επί πληρωμή κανάλια, αν μας ενδιέφερε εκείνη θα κανόνιζε να συνεχιστεί η συνδρομή. Δεν μας ενδιέφερε. Ακόμη κι αν μας περίσσευαν, πόσους Boston Celtics να δει κανείς σε μια μόνο ζωή κι όλοι μας ανυποψίαστοι. Πεπεισμένοι πως η τηλεόραση θα άνοιγε πιο σπάνια κι απ΄όσο η κουζίνα κι απ΄όσο το ψυγείο. Μερικές φιλοδοξίες έχουν ιδιόμορφα στομάχια. Μια χαρά αντέχουν όσο τις συντηρείς μόνο με καφέ, χυμούς, junk food, κι άλλον καφέ. Όταν αρχίσεις να τις τροφοδοτείς με όλα όσα ενδείκνυνται,  τότε είναι που μπορεί και να σου μείνουν στα χέρια.

Ποτέ κανένας μας δεν το είπε “loft”, “διαμέρισμα”, “σπίτι”.  Πριν καν το δούμε, δια σιωπηλής βοής των βλεμμάτων, είχαμε ψηφίσει πως “ναι, βρήκαμε ένα οικονομικό χάος”. Με το που αποχώρησε η Ασιάτισσα και από ένα κάποιο μεταλλάχθηκε στο “δικό μας”, αποτολμήθηκε και μεγαλοφώνως  το ερώτημα “Πως θα το γεμίσουμε αυτό το χάος”?

Τα σπίτια γεμίζουν με χαμόγελα. Τα βλέπεις, τα προκαλείς ή τα φαντασιώνεσαι, είναι εκεί ή λείπουν, πάντως με χαμόγελα. Με όλα τα άλλα επιπλώνονται, γεμίζει ο χώρος τους δηλαδή αλλά τα σπίτια δεν είναι ο χώρος τους, ο χρόνος στα πρόσωπα των ανθρώπων είναι και αναγκαίο όσο τα γεμίζεις κάπου να κάθεσαι, να ξαπλώνεις. Πιο εξαντλητική ενασχόληση από το να μετράς χαμένα χαμόγελα δεν υπάρχει.

Την Κυριακή στην Dott Farm Flea Market, βρήκαμε οικογένειες κάτω από μια λιακάδα που θύμιζε Αρετσού Σεπτέμβρη μεσημέρι, εκείνη πληρώσαμε πιο ακριβά απ΄όλα πίσω από τα μαύρα μας Ray Βan, original βλαχάκια χαμένα ανάμεσα στο χτες μας και το αύριο,  και για μια χούφτα δολάρια  δεύτερο, τρίτο, τέταρτο χέρι κρεβάτια, καρέκλες, παραβάν για να οριοθετήσει ο καθένας το “δωμάτιό του” μέσα στην αλάνα με τις τζαμαρίες και τον καναπέ του Al Bundy. Μπορεί να ήταν κι εκείνος των Golden Girls, δεν τους ξεχωρίζεις με τη μία αυτούς τους καναπέδες, όχι πριν ακουστεί το γέλιο κονσέρβα.

Εκτός αν έξω έχει -15c και μισό μέτρο χιόνι, όλα τα τηλέφωνα της ατζέντας σου και τα ρολόγια στις πλατείες που συνήθιζες τέτοια ώρα να τριγυρνάς βρίσκονται επτά ώρες και κάτι μήνες πίσω χωρίς αυτό αμφίδρομα να εξασφαλίζει πως εσύ έχεις πάει μπροστά και στο χάος δουλεύει ο ένας μόνο θερμοσυσσωρευτής. Τότε δεν ξεχωρίζεις τίποτα. Τότε όλες οι american comedy και οι καναπέδες τους ένα πράγμα.

Καμιά Κυριακή, ποτέ, κανένας μας δεν ρώτησε “να ανοίξουμε τηλεόραση”? ή “πεινάς”?  Έτσι σαν κουρδισμένοι ταυτόχρονα από το σκοτάδι, τα πρώτα φώτα στους ουρανοξύστες και την πάχνη στα τζάμια, ένας κάτι ξεκινούσε να ετοιμάζει στην κουζίνα, άλλος άδειαζε τον καναπέ από ρούχα, τόμους ηλεκροφυσιολογίες και Feigenbaum για να μας  χωρέσει όλους. Διπλά πουλόβερ και σε παράταξη απέναντι από την οθόνη. Να τρώμε κονσέρβες, να βλέπουμε, να ακούμε κονσέρβες. Να κοιτάμε δωμάτια που άνθρωποι μιλούσαν, γελούσαν. Aυτό. Ποτέ κανένας μας δεν ήξερε όταν σηκωνόμασταν ποιοι έπαιζαν, τι έλεγαν, τι ήταν αυτό  που είδαμε. Ποτέ. Την ζέστη που του έλειπε, αυτό μόνο είχε δει ο καθένας. Και πίσω απ΄όλα ένα γέλιο. Δυνατό. Κονσέρβα.  Άλλος την κουζίνα του σπιτιού που οι δικοί του είχαν γυρίσει από τις ελιές και μετρούσαν πόσα μπορούν κι αυτόν τον μήνα να του στείλουν, άλλος ένα καράβι αραγμένο λίγα μίλια μακριά αλλά τρόπο να φτάσει μέχρι εκεί δεν είχε, μήνες ακόμη θα περίμενε για να δει πόσο γερνούν οι πατεράδες μέσα σε έναν μόλις χρόνο.

Τελευταία νομίζω πως το συναντώ κάθε μέρα παντού αυτό το βλέμμα μας, τις χειμωνιάτικες Κυριακές με το που άρχιζε να σουρουπώνει. Το βλέπω γύρω μου όπου και να κοιτάξω, να αναζητά ένα ίχνος ζεστασιάς σε όλα όσα  ακούει, βλέπει, χωρίς να ακούει, χωρίς να βλέπει. Είναι εκεί, στα μάτια των ανθρώπων στις στάσεις, στο μετρό, στην αναμονή, στην ουρά του ταμείου ανεργίας, στις Κυριακές και τις γιορτές που φεύγουν χωρίς να έρθουν, στα ψιλά που μετράει στο περίπτερο και πάλι δεν της φτάνουν και για μια σοκολάτα για το εγγόνι της, για τίποτα δεν φτάνουν εκτός από ψωμί και γιαούρτι. Στην κραυγή που φουσκώνει μέσα σου φουσκώνει και γίνεται βούρκωμα που πρέπει κι αυτό για σένα να το κρατήσεις, αλλιώς εκτός από αδικαιολόγητος, αχάριστος, θα καταγραφείς και ως λαϊκιστής, ρομαντικός και έξω από τα αποδεκτά μέτρα των εποχών δούλος του συναισθήματος, που απάντηση στο “και τώρα τι?” δεν έχει.

Χθες βράδυ, ξαπλωμένη σ΄εκείνον καναπέ μ΄ένα τόμο Hurst κι ένα κουβάρι ρούχα για μαξιλάρι έγραφα διαγώνισμα. “What makes life worth living”. Kι έγραφα  “για την γάτα του Μάο” στο Κάτι θα γίνει θα δεις, κι έγραφα “γιατί σε 30 νύχτες θα αλλάξει η ώρα και 8 το βράδυ θα ΄χει ακόμη λίγο φως” μα οι λέξεις στο χαρτί δεν σχηματίζονταν, μελάνι χυνόταν μόνο και τα μουντζούρωνε όλα και φώναζα “γιατί έτσι πρέπει να θέλουμε”  και φώναζα  “γιατί οι άνθρωποι δεν είναι μέρες να γίνονται στάχτες πριν προλάβουν να ξημερώσουν” αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε. Κι έγραφα και φώναζα, έτσι στα μουγγά, μέχρι που πετάχτηκα μούσκεμα στον ιδρώτα.

“Έλα ησύχασε, όνειρο ήταν”. 

Άναψα ένα τσιγάρο, μόνο και μόνο μήπως σκεπάσει ο καπνός την επόμενη φράση του.

“Πρέπει μάλλον να αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε σοβαρά. Να φύγουμε”. 

Μια ρουφηξιά μόνο και το σβησα. Το πάτησα στο τασάκι κι άλλο, κι άλλο, κι ας είχε σβήσει. Σαν να πατούσα εκείνο που πιο πολύ απ΄όλα με σφίγγει. Που έχουμε βάλει όλοι κάτω την υδρόγειο αλλά δεν ψάχνουμε για χώρα, σπίτι, για ζεστασιά. Για δουλειά ψάχνουμε. Κι όσο είναι μέρα, το φως μας δικαιολογεί. Όμως οι νύχτες αρνούνται να το πουν αυτό προοπτική, αύριο. Εφιάλτη το λένε. Πόσο πιο χάος?  Πόσο παρακάτω από εκεί που έγινε συνηθισμένο τα ομορφότερα όνειρα να τα πυρπολεί ένα μαγκάλι μέχρι που και η τελευταία σπιθαμή αέρα γύρω σου να μυρίσει αποτροπιασμό και εφιάλτη?

Advertisements

6 thoughts on “το χάος

  1. Υπερβολικα ωραιο
    (το κειμενο….όχι η αναγκη του να γραφτει)

  2. μου βαζεις δυσκολα και δεν αντεχονται τα διλημματα.Με πηγες και πισω,κι ειμαι κολλημενη εκει οσο μπροστα δεν βλεπω ουτε ακτινα.Και τελικα ,“What makes life worth living”.?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s