life practice

01

Πάτησε με το σαγόνι το ξυπνητήρι στα 11”. Μέρα μέρα, όλο και καλύτερα τα κατάφερνε.
Ούτε πανικοβαλλόταν,  όπως στην αρχή, αν ο νυχτερινός αέρας είχε κλείσει την πόρτα του δωματίου. Είχε μάθει. Βαφτίζεις την πατούσα παλάμη, μια δυο, βγήκες. Πασπαρτού. Απ΄όπου κι αν θες να δραπετεύσεις. Σε τι θα μεταμορφώσεις το κάθε τι, ό,τι θέλει ας είναι το καθένα. 

Τα μαλλιά του στον καθρέφτη του μπάνιου έδειχναν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Καλημέρισε το σύμπαν με το “ε και?” ύφος του κρατώντας όλη του την τρυφερότητα κι από ένα “είσαι πολύ καλή που με βοηθάς” για την ξεχασμένη από το βράδυ ανοιχτή λεκάνη και την συνήθειά του να κοιμάται ολόγυμνος.
H εναλλακτική, μισογονατίζεις, τρίβεσαι πάνω στο καπάκι μέχρι να ελευθερωθείς από πυτζάμα και εσώρουχο και γελάνε μαζί σου πέντε τετραγωνικά πιτσιλισμένα πλακάκια, απαιτεί χρόνο που δεν τον έχεις πάντα. Δεν ένοιωθε πως μειονεκτούσε.  Όσα άκρα κι αν διαθέτεις, o χρόνος που απομένει καθορίζει τα  plan B. Ποτέ δεν επαρκεί κι αν ναυαγήσει το Α σου πόδια γερά χρειάζεσαι όχι χέρια. 

Το κουτί του καφέ, φλυτζάνια, κουταλάκια, η πόρτα του ψυγείου, δεν προλάβαιναν πλέον να του δείχνουν τα δόντια τους με το καλημέρα. Στην δεύτερη κιόλας εβδομάδα κατάλαβε πως μέχρι και τον καφέ για να πετύχεις, πρώτος πρέπει να δείχνεις τα δικά σου, πρώτος να βγάζεις γλώσσα. Απείρως πιο ικανά στην μεταδικότητα γνώσης τα αντικείμενα από τους ανθρώπους. Σου επιτρέπουν να αποκτήσεις επίγνωση έγκαιρα. Όσο ακόμη η σωστή ερμηνεία των κανόνων σου είναι χρηστική, όχι αορίστως και υποκειμενικά χρήσιμη.

6:25 έδειχνε το ρολόϊ στον τοίχο απέναντί του όταν έκατσε στην πολυθρόνα. Είχε διαθέσιμη πάνω από μισή ώρα ακόμη.  Στην αρχή νωρίτερα από τις παρά δέκα δεν έφτανε έως εκεί, τίποτα εκτός από τις κινήσεις της μπαλαρίνας δεν προλάβαινε να σκεφτεί έως τις 7. Το πινελάκι, το κραγιόν, το σφουγγάρι για τα πιάτα, οι μπούκλες της ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών της. Ο τρόπος που χόρευε, ισορροπούσε, οδηγούσε, ούτε τον απασχολούσε, ούτε τον εντυπωσίαζε.  Όπως ακριβώς τους το λεγε καμιά φορά στην καφετέρια ο Στάθης, δέκα χρόνια καθηλωμένος στο καροτσάκι μετά το ατύχημα. “Μισός, ολόκληρος, τρόπο να φτάσεις, να περάσεις, θα βρεις. Τι ακούμπησες, πως σ΄ακούμπησαν στην διαδρομή είναι η ουσία “.

Τα τελευταία πρωινά έπιανε πότε πότε τον εαυτό του επίτηδες να καθυστερεί, να δυσκολεύεται. Δεν έπεφταν πάντα μόνα τους το κουτάλι, το γάλα, εκείνος χαλάρωνε τα δόντια, τα χείλη του. Τον άγχωνε πως λίγο ακόμη αν εκπαίδευε πόδια και στόμα, ο χρόνος στην πολυθρόνα θα αυξανόταν συντριπτικά. Η εικόνα της μπαλαρίνας ατονούσε πλέον πολύ γρήγορα. Μετά έπαιρναν την θέση της άλλα μαλλιά, πίνακες, σελίδες, άλλα πόδια. Που ποτέ δεν ένοιωσε, μόνο διάβασε. Χέρι ούτε έκαψε ούτε πάγωσε ανάμεσά τους. Γιατί έτσι έπρεπε, γιατί όσο ακόμη όλα γίνονταν εκείνος προέτρεξε. Αποφάσισε πως δεν γινόταν αλλιώς.

Ο τεράστιος τόμος “Διακοπές” στην βιβλιοθήκη, εξείχε ελάχιστα από το ράφι. Σαγόνι, πόδι, λίγη πλάτη, τον έριξε στο πάτωμα. “Διακοπές 2002”. Τον ίδιο κρότο κάνουν οι Αύγουστοι με ό,τι κι αν τους γκρεμίσεις από την σωστή, την θέση που τους έχεις τακτοποιημένους, ίσα στο κεφάλι σου για να διαφέρουν από τους Οκτώβρηδες.
Έφτασε πατώντας στις μύτες των δακτύλων μέχρι την χρυσή παραλία με τα πρασινωπά νερά, πάτησε εκεί ακριβώς που είχαν καθήσει. Ιούλιος, μια νεανική παρέα από σίγουρους πως η ζωή θα περνάει για πάντα από το χέρι και τα αδιάβροχα ρολόγια τους. Ένοιωσε ξανά το τσούξιμο της γρατζουνιάς στο μεγάλο δάχτυλο από μια πέτρα στην άκρη του νερού, θαμμένα στην άμμο διέκρινε την άκρη από τα κουτάκια της μπύρας, το τσακισμένο άδειο πακέτο της. Ούτε που θυμόταν πια από τι ήταν τσαντισμένος, άκεφος εκείνη την μέρα, μόνο πως ούτε στην άμμο είχε βυθίσει τα χέρια του, ούτε στα μαλλιά της Μαρίας τα δευτερόλεπτα που έσταξαν πάνω του. Ίσα ίσα όσο χρειάστηκε το κάτω μέρος του κόκκινου μαγιώ της, σε απόσταση αναστεναγμού από το στόμα του, για να πει “Σταμάτα να το παιδεύεις ρε, η αλήθεια είναι πάντα κοινότυπη. Είναι πολύ μικρή η ζωή μαλάκα μου” κι εκείνη “Τα μισά της χιλιάδας πάντα πεντακόσια φιλόσοφε” . Ανήκε σε άλλον, ανήκε σε άλλην, δεν γινόταν αλλιώς.

Πριν έξι μήνες είχαν ξαναβρεθεί, μετά από χρόνια, με ολόκληρη την παρέα. Στην κηδεία της. Μια καλπάζουσα λευχαιμία, αιτία για να καμφούν οι αρνήσεις του σε όλα τα ριγιούνιον. Κοιτούσε το σκουρόχρωμο πλήθος σαν να ΄χαν όλοι τους δέκα κεφάλια, τα πάντα του φαίνονταν αδιανόητα. Πιο πολύ απ΄όλα, πόσες πολλές φορές άκουσε το ακίνητο άσπρο της φόρεμα μέσα από τον μαονί φόντο να του ψιθυρίζει  “τα κόκκινα μαγιώ είναι σοφά”.
Απέναντί τους αντί για  γαλαζοπράσινα νερά μια κατακόκκινη θάλασσα, ένα στεφάνι έγραφε “στην αγαπημένη μας φίλη”, το κατεβατό από κάτω είχε και το δικό του όνομα. Στο τελευταίο “εν τόπω αναψύξεως” του παπά, το μόνο που κατόρθωσε να σκεφτεί πως έπρεπε να γράφει“ο μαλάκας”, αλλά ούτε κι αυτό γινόταν αλλιώς. Πια. 

Κλώτσησε τον τόμο μακριά του, 7 παρά πέντε. Προλάβαινε να νοσταλγήσει μερικά ακόμη μαγιώ, φούστες, καλσόν μέσα στο ψιλόβροχο του Νοέμβρη που ποτέ δεν έμαθε αν στα αλήθεια έκαιγαν παραπάνω από την άμμο καταμεσήμερο Αυγούστου, εκείνο το γαλάζιο πουκάμισο που χίλιες φορές πέρασε από μπροστά του στην  βιτρίνα και χίλιες μια το βρήκε ακριβό, κι ολόκληρη την πτέρυγα με τους Μοnet στο Λούβρο. Τόσες φορές και ούτε μία δεν άπλωσε τα χέρια να αγκαλιάσει την ομορφιά, να ακουμπήσει το χρώμα, οι πινακίδες το έγραφαν καθαρά “Μην αγγίζετε”.  

7 ακριβώς. Έλυσε τα δάχτυλα, έφερε τα χέρια του από την πλάτη ξανά μπροστά, τα τέντωσε να ξεμουδιάσουν και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Το ξυπνητήρι θα χτυπούσε στις 8 που κανονικά έπρεπε να σηκωθεί, να κατουρήσει κανονικά, να φτιάξει καφέ και να ντυθεί κανονικά, σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Λίγο πιο πλούσιος από τους συνηθισμένους φυσιολογικούς. Κατά μία μόλις ώρα. Ποτέ δεν χρειάζεται παραπάνω για να βρεθείς από τους πένητες στους ζάμπλουτους. Για την αντίστροφη πορεία, πολύ λιγότερο.  

Κατεβαίνοντας με το ασανσέρ παρατήρησε και σήμερα πως οι μικροί χώροι άρχισαν να του προκαλούν μια ασφυξία, όλο και την γυρόφερνε την ιδέα για τους επόμενους μήνες 6:00 – 7:00 να κλείνεται στο wc με λυμένα τα χέρια και να κοιτάζει από το 50Χ50 παραθυράκι όσο ουρανό άφηναν ακάλυπτο οι ταράτσες. Σαν φυλακισμένος, σαν η πόρτα να ήταν κλειδωμένη από την έξω πλευρά. Δεν του φαινόταν και ιδιαίτερα δύσκολο. 50+ χρόνια προϋπηρεσίας είναι πολύ καιρός. 

Έστρωσε στον καθρέφτη του ασανσέρ μια ζάρα στην γραβάτα, την τελευταία μόνιμη σκέψη του προσπάθησε ξανά να την ισιώσει σ΄εκείνον του αυτοκινήτου. ‘Αραγε αυτά τα μαλακισμένα σκούρα κουστούμια, όταν έρθει η στιγμή, θα είναι σε θέση να ψελλίσουν σε κάποιον, έναν έστω, “καμιά πινακίδα δεν είναι σοφή, όλα γίνονται και αλλιώς”. 

Advertisements

5 thoughts on “life practice

  1. Δεν έχω λόγια……… (Εκτός του ότι μυρίζει η γραμματοσειρά χειρουργείο και κομμένα χέρια από χιλιόμετρα).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s