May scratch


01

Via del Corso, δίπλα στο μικρό παγωτατζίδικο. Ioύνιος, Ιούλιος, μπορεί κι Οκτώβρης. Έξι Μάηδες πίσω, μπορεί κι επτά. Σε δρόμους κι εποχές κατακλυσμένα από κολοσσαία όλες οι λεπτομέρειες επουλώνονται με τον καιρό. Μόνο αν σε κατάπιαν ζωντανό τα λιοντάρια ή όχι συγκρατείς. 

Παρατηρούσα επί ώρα στην βιτρίνα τον σκούρο σκελετό, τα μαύρα τζάμια. Όσο πιο σκούρα. Ποτέ να μην είναι σίγουρα πλήθη, θηρία και τρόπαια αν τα θες λυσσασμένα, αν αμύνεσαι, επιτίθεσαι, πότε έχεις ήδη υψώσει λευκή σημαία.  

“Από τα καλύτερα και all time classic, τα αξίζουν τα λεφτά τους. Για τα μάτια σας πρόκειται, τι πιο σημαντικό?” Για τα μάτια των άλλων πρόκειται, κάποιες φορές εκεί μόνον ζυγίζονται οι αξίες, πάντως δικαιώθηκε. Τα έβγαλαν και με το παραπάνω τα λεφτά τους σε κάθε τιτανομαχία. Κανένα βλέμμα σε αποβάθρα δεν τα κέρδισε. Κανένα ταξίμετρο, καμιά αναγγελία σε φωτεινό πίνακα. Τόσα στατικά χιλιόμετρα κόντρα στον ήλιο, πλατείες ακούνητες, μπαλκόνια καταστρώματα ασάλευτα κι ούτε ένα “έχω φύγει” δεν άφησαν ποτέ να ακουστεί. Όλα τα διέθλασαν σε “τι ωραία”,  “τα λέμε””.

Μια φορά τον χρόνο μόνον, τέτοια πάντα εποχή, δείχνουν εξουθενωμένα. Πριν καν βγούμε στην κεντρική αρένα αρχίζουν σιγά σιγά να κατρακυλούν από την μύτη μου, φοβάμαι πως κάποιον Μαϊο θα μπω στα οπτικά κι αντί να δείξω τους χαλαρωμένους βραχίονες θα πω “καλημέρα σας, θέλω να λαδώσω την πανοπλία μου”.

Χαζεύω τις εντυπωσιακές προθήκες όσο η υπάλληλος ζεσταίνει, λυγίζει, τεντώνει, με το ζόρι συγκρατούμαι να μην ρωτήσω αν αυτός ο απόλυτα αρμονικός τρόπος τακτοποίησης προσφέρεται και για σκελετούς σε ντουλάπες. Mε μια κίνηση να τραβάς κάθε φορά έξω εκείνον που θες, χωρίς κανένας από τους υπόλοιπους να ενοχληθεί, να ταρακουνηθεί, να αγγίξεις. 

Στο τμήμα με τα παιδικά μια μικρή όχι παραπάνω από πέντε συμφωνεί τελικά με την μητέρα της πως τα κόκκινο ζευγάρι της ταιριάζει περισσότερο από το μπλε. Πολεμιστές από κούνια, ήττες και χάσματα γενεών ατελείωτα. Εμείς πριν πυρπολήσουμε τα βιβλία της τελευταίας χρονιάς όλα τα “ήρθα” τα “έχω φύγει” τα λέγαμε κατάμουτρα. 

“Έτοιμα. Είναι πολύ ελαφρά γι΄αυτό κι έχουν αυτό το μειονέκτημα. Με το που θα εκτεθούν για πολύ στην ζέστη διαστέλλονται, χάνουν την φόρμα τους”. Κάποιον Μαϊο θα βαρεθεί να μου εξηγεί και θα μου πει ευθαρσώς “αν θυμάστε, από όσο περισσότερη υγρασία περιτριγυρίζονται σε τόσο καλύτερη κατάσταση διατηρούνται.” Αν είναι φλύαρη μπορεί και να συμπληρώσει “κι αυτά και τα μάτια και οι ματιές”. 

“Όποτε θέλετε μπορούμε να αλλάξουμε και φακούς, είναι  γρατζουνισμένοι. 30 ευρώ θα κοστίσουν”. Υπερτιμημένες έτσι κι αλλιώς τις έχει ο καθένας τις αμυχές και τις πληγές του, μα μόνο για τόσα ούτε τις πανωλεθρίες ούτε τους θριάμβους μας ξεπουλώ. Ομάδα που μάτωσε, κέρδισε έχασε, δεν αλλάζει και με τους φακούς δεν παίζουμε. Πολύ δε θέλει να γίνει το λάθος και σαν τον Nada να αρχίσεις να βλέπεις σκελετούς όσο τα φοράς όχι όταν τα βγάζεις κι όλοι να διαβάζουν παντού πάνω σου “Δεν ζω ανάμεσά σας”.

Βγαίνω, περνώ απέναντι, βγάζω από την τσάντα το ρολόι που υπάρχει σε όλες τις καλοκαιρινές μου πόζες, Εδώ δεν απομακρύνομαι από τον πάγκο. Την παρακολουθώ όσο βγάζει την παλιά, βάζει την καινούργια, ρυθμίζει την ώρα.  Τι να δεις? Οι βιτρίνες και οι προθήκες μπαταριών, τηλεφώνων, φορτιστών, δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Όταν δεν αντέχεις πλέον να το καταπίνεις και φιμωμένα να ΄ναι τα χείλια σου κάποτε θα αυτονομηθούν και θα το πουν, ας είναι ό,τι ώρα θέλει, ας είναι νωρίς, ας είναι αργά, θα το πουν. Ως τότε τέλεια λειτουργείς ως τηλεφωνητής χωρίς κανένα ειδικό αξεσουάρ, μια χαρά τα καταφέρνει η φωνή σου στα σπασμένα τηλέφωνα. Και με τα δικά σου αυτιά και με εκείνα των άλλων. Κυρίως. 

“Έχει μια μικρούλα γρατζουνιά το τζάμι, αν θέλετε το αλλάζουμε. Κι όταν για μεγάλο διάστημα δεν το φοράτε μπορείτε να κάνετε αυτό”μου λέει και τραβά προς τα έξω το κουρδιστήρι. Χαμογελώ στους βία 25 της Μάηδες και την συγχωρώ. Θα περάσουν αρκετοί ακόμη ως να μάθει να μην υποτιμά έτσι ξένες γρατζουνιές και ότι ο κλειδωμένος σε συρτάρια και ντουλάπες χρόνος περισσότερο βιάζεται.

Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, πρώτη φορά αντί για εκείνον τον στοιχειωμένο στίχο “βγάλε τα μαύρα σου γυαλιά να δω την θάλασσα” όπως άλλες χρονιές, μου ήρθε στο νου η λεζάντα μιας φωτογραφίας που είδα κάπου στο tumblr, στο fb, μπορεί στο email μου, μπορεί σε ένα παλιό γράμμα, μπορεί και στον ύπνο μου. Πριν καν αποφασίσεις αν θα αναμετρηθείς ξανά με λιοντάρια κι αν δεν συγκρατείς επουσιώδη. “Θέλω να μάθω τις μικρές χαζές σου συνήθειες“. ok λοιπόν, σφίγγω τα γυαλιά μου και αλλάζω μπαταρία στο καλοκαιρινό ρολόι μου την ίδια πάντα μέρα. Μπορεί και να έγραφε “θέλω να μπω στις μικρές χαζές σου συνήθειες”. οκ λοιπόν, εσύ, και μεσάνυχτα να είναι όταν θα ΄χουν κοιμηθεί όλα τα “θα” και τα “όμως” πες πως τα φοράω. Με όλα τα αυτιά, με όλα τα μάτια, πέτυχε.

Advertisements

6 thoughts on “May scratch

  1. Χαζές-ξεχαζές (οι μικρές χαζές σου συνήθειες) , κατάφεραν και μάλιστα εντελώς τζάμπα , να συντηρήσουν στα μάτια μου την κατάλληλη υγρασία που χρειάζονται στην ηλικία που βρίσκομαι .

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s