ταξιδεύοντας στα άκρα

0011

Επιστρέφοντας πριν λίγο καιρό στον νεόπτωχο Νότο μετά από ολιγοήμερη, αναγνωριστική, παραμονή σε πρώην Σοβιετία. Πτήση τράνζιτ μέσω εκτός νομισματικής ευρωπαικής ένωσης πρωτεύουσας. Ο γύρος της ιστορίας σε 8 ώρες.

Η έξοδος από το τέρμιναλ απαγορεύεται. Κάποιοι έχουν κρίνει πως επί 3,5 ώρες τίποτα πλην του μπαρ, μιας καρέκλας και του wc δεν σου είναι αναγκαίο.  Για ανταλλακτήριο συναλλάγματος δεν περίσσεψε χώρος, ούτε για ψύκτη, το μπαρ δεν δέχεται ευρώ. Ή το νόμισμά τους ή πιστωτική. Κορακιάσεις, είναι ώρα για το χάπι ή το γάλα του μικρού, θα πρέπει πριν να αποδείξεις την πιστοληπτική σου ικανότητα και η πιο στοιχειώδης ανάγκη σου να εγκριθεί από το σύστημα προμηθειών της Visa. Ο Βίκτορ Ναβόρσκι είχε τουλάχιστον ως  εναλλακτική τα καροτσάκια αποσκευών.

Στο αεροπλάνο προσφέρεται καφές, αναψυκτικό. Αν είσαι στομαχικός, αλλεργικός σε χρωματόζουμα με άρωμα φρούτων ή ολιγαρκής και το μόνο που θες είναι ένα γαμημένο ποτήρι νερό, πρέπει να το πληρώσεις. Με το νόμισμά τους ή πιστωτική, επίσης και φυσικά. Αν απέτυχες να βγάλεις από το μαγικό καπέλο σου ή το ένα ή το άλλο στο διάστημα των 3,5 ωρών,  δείχνοντας τους αφρούς, το χάπι  ή το μικρό που έχει γκανιάξει στον κλάμα, θα πρέπει αφού εξηγήσεις γιατί αφρίζεις και ενοχλείς τους vip της Α΄class να πεις την μαγική λέξη.  “Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό, σας παρακαλώ”? Ως ελεημοσύνη, στην επόμενη περιφορά του δίσκου, θα λάβεις ένα κρασοπότηρο σε θερμοκρασία ιδανική για ξύρισμα για να μάθεις να λες “το νερό στο wc δεν πίνεται”.

Αv πίσω από τον πάγκο του μπαρ  βρισκόταν κάποιος εκπρόσωπος των φιδιών που τις δύο τελευταίες δεκαετίες εκκολάφθηκαν σ΄ένα εξίσου με των “όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω αν δεν μου μοιάζουν” ύπουλο αυγό, εκείνο της κομπλεξικής μας υπερεκτίμησης  για τους ανθρώπους της γραφής, της τέχνης, της “διανόησης”, της πιάτσας, που η απόψή τους για το κάθε γεγονός υπερτερεί του γεγονότος,  θα με ρωτούσε  “μα γιατί δεν χρησιμοποιείς την πιστωτική σου κι ανακατεύεσαι με το πόπολο, τον απλό πολίτη, την κυρά Μαρίκα?” και δεν είμαι καθόλου βέβαιη πως αν έλεγα “δεν το πολυγουστάρω το “εγώ express”, είναι γρήγορο και άνετο αλλά δεν προλαβαίνεις τίποτα να δεις από το τζάμι”,  θα ίδρωνε καθόλου το δεξί αυτί αυτών των ..σύνθετων ανθρώπων.

Ακόμη και τώρα αν θα ίδρωνε το δεξί αυτί τους, στην Ελλάδα των 2 εκατ. ανέργων όπου τα λεξικά έχουν αντικαταστήσει όλες τις ερμηνείες του “υποκειμενικού” με ένα και μοναδικό συνώνυμο. “Δυνατότητα“.  Το αυτί  το από τα γεννοφάσκιά τους  πιο ευμεγέθες  από το άλλο, κατά όπου κι αν στράβωνε το στόμα και η γλώσσα για την ισορροπία της γενικής εικόνας, για μια έδρα, μια θέση στο ΔΣ ενός δημόσιου οργανισμού ή μιας ΜΚΟ, για ένα έδρανο βουλευτικό. Από τα φαρδιά, για τροφαντές έδρες, απ΄αυτές που για το μόνο εισιτήριο που δεν δέχονται ελεγκτές είναι εκείνο προς την κοσμάρα τους και οι στάσεις των τρόλευ, τα παγκάκια και οι πλατείες έχουν θέση στην καθημερινότητάς τους αποκλειστικώς ως σκηνικό, ενώ ο κάμεραμαν  ζουμάρει στο φουλάρι την ώρα που απαντούν ποιο θεωρούν το μεγαλύτερο ελάττωμά τους. Την ειλικρίνειά τους φυσικά.  Εμετικά κλισεδάρικες φαιδρότητες, ασυνάρτητα, και γελοιότητες, σαν τις ενδεκάδες. Όσες γέμισαν ταμεία, ποτέ δεν άλλαξαν. Και γιατί άλλωστε? Όλες οι αρκούδες όπως βαράς το ντέφι χορεύουν, τα πιθήκια βλέπουν και κάνουν. 

Η πλέον εικονική όαση μέσα στην Σαχάρα που διανύουμε, είναι το να θεωρούμε και να ευελπιστούμε ως συγκυριακά, ευκαιριακά και τοπικά, όλα όσα συμβαίνουν, μας συμβαίνουν, αρνούμενοι -πέραν κάποιων ιδιόμορφων χαρακτηριστικών της ράτσας μας λέγε με “πέρα βρέχει” “΄νταξ μωρέ θα δούμε”- να αντιληφθούμε το ειδικό και τοπικό μας ως αδιάσπαστο κομμάτι του όλου που συντελείται. Αθόρυβα στις δυτικές δημοκρατικές βιτρίνες, με αίμα ποτάμι στην Αίγυπτο, ποιος θυμάται ότι γύρω από τον κρατήρα που άνοιξε το άγαλμα του Σαντάμ εθιμοτυπικά κάθε χρόνο σφάζονται καμιά 200αριά για να μην ξεχνιέται η επέτειος.

Στο παγκόσμιο σώμα που χωρίς πιστωτική ή παρακάλια νερό δεν έχει, χωρίς όχημα τα φράγκα σου είτε σε λένε κράτος είτε πολίτη ούτε από την μια άκρη του τέρμιναλ έως την άλλη δεν πας, καθηλωμένος μένεις στην καρέκλα σου, στο όλον που το ένα τρίτο του δεν είδε ποτέ παροχή πόσιμου νερού, δεν αποτελεί πλέον συνάχι ψευδαίσθησης μα καραμπινάτο ουτοπικό σύνδρομο να θεωρείς αυτονόητο αυτό το δικαίωμά σου και πως δεν μπορεί, η θέση σου στην από εδώ μεριά είναι εξασφαλισμένη, απλώς και μόνο επειδή ιστορικά δεν είχε ακόμη έρθει η σειρά σου. 

Η μάνα θεωρία όλων των επιμέρους περί δυο άκρων είναι αυτή του “έχω –  δεν έχω”. Οι επίσημοι ταγοί της πολιτείας μη τηρώντας ούτε τα προσχήματα στο καμουφλάρισμα της απόφασής τους να μην αντιμετωπίσουν κανένα κοινωνικό ζήτημα με συνθήκες έκτακτων αναγκών, συνεπικουρούμενοι καθημερινά από μια κουστωδία των ίδιων ξερολιτζίδων, ειδικών, επιφανών, με ντοκτορά στο να βρίσκουν τον χώρο τους και στην πιο κοντή ουρά του φουστανιού της  όποιας εξουσίας και από το προαύλιο της ΕΡΤ να μεταπηδούν την νέα δημόσια τηλεόραση, παρακολουθούν τα αποπαίδια της  μάνας θεωρίας. Όχι μόνο εθελοτυφλώντας αλλά και διαπιστωμένα ανίκανοι να διακρίνουν πως ήδη κυοφορείται το τέρας, “έχεις- δεν έχω”, ζήτημα χρόνου να ανοίξει τα μάτια του. 

Αν αυτοί οι “σύνθετοι” άνθρωποι βρίσκονταν πίσω από τον γκισέ με τις κόκκινες και πράσινες σφραγίδες ο Βίκτορ θα ήταν ακόμη εκεί, ο Μεχάν Νασέρι θα βρισκόταν ακόμη στο Ντε Γκολ. Κι ο χρόνος περνά, μας τελειώνουν οι παρακαταθήκες, οι άνθρωποι και οι τελευταίες τους επιθυμίες μας τελειώνουν, τα χέρια για να πάρουμε το τελευταίο σπουδαίο αυτόγραφο στερεύουν, το μίσος και η αηδία δεν είναι κίνητρο για να αγωνιστείς, να βγεις από το τέρμιναλ. Όχι για όλους τουλάχιστον κι όποτε και για όσους υπήρξαν, η πτήση πάντα ακυρώθηκε.

Οι αντοχές μας τελειώνουν, εκεί θα μείνουμε να κλέβουμε κέρματα από τα καροτσάκια για μια φραντζόλα κι όποιος την έχει να είναι εχθρός. Σήμερα, ούτε καν στην Αθήνα των 5 εκατομμυρίων αλαλιασμένων, στο μικρό market ενός νησιού, έγινα μάρτυρας τρικούβερτου καυγά όταν πέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι άνοιξαν πυρ κατά αυτού που τους  “καθυστερούσε” στο ταμείο, την είδα με τα μάτια μου την χειροβομβίδα να σκάει μεταξύ συγχωριανών “ποιός είσαι εσύ που έχεις ένα καρότσι γεμάτο?”  

Όμορφα ήταν σ΄ εκείνη την Σοβιετία. Μια ηρεμία και στην πόλη και στα πρόσωπα. Σαν εγγύηση πως για λίγα έστω ακόμη χρόνια μπορείς σαν τους ντόπιους  να τα κρύψεις όλα κάτω από  το χαλί της. Στην διαδρομή από το κάστρο έως το λιμάνι. 19 ώρες ήλιο τους καλοκαιρινούς μήνες, ούτε το 1/3 τον χειμώνα. Ακραίες συνθήκες. Ο κηπουρός στο πάρκο πότιζε τα παρτέρια με ποτιστήρια, ντενεκέδες. “Είναι άσχημα τα λάστιχα του αυτόματου, περνάει καλύτερα και η ώρα έτσι”. Όμορφα ήταν. Ανθρώπινα φυσιολογικά. Τίποτα πιο φυσιολογικό από την τάση της ανθρώπινης φύσης να αναζητά ήρεμα χαλιά που να χωρούν να κρύψουν από κάτω τους ζωές. Οι νεότεροι απλώς πρέπει να συνηθίζουν. Δεν θα την κρύψουν ολόκληρη κάτω από ένα μόνο.  

 

Advertisements

2 thoughts on “ταξιδεύοντας στα άκρα

  1. Pingback: ταξιδεύοντας στα άκρα | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

  2. Pingback: ταξιδεύοντας στα άκρα | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση ( ΕΛ.Λ.Α.Σ)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s