όχι “σαν”, σήμερα

01

Με πανικοβάλει η αναπόληση των παιδικών μας χρόνων παραπάνω κι απ΄όσο την σκυλοβαριέμαι.
Τι νοσταλγούμε? Όταν άλλοι αποφάσιζαν πότε είναι αργά, νωρίς, τι θα φορέσουμε, ότι οι φακές είναι ωφέλιμες πολύ και τα στοιχειά στην πλατεία Τερψιθέας ανοησίες γιατί αυτό καταπράϋνε τον δικό τους τρόμο. Τα ακίνητα μεσημέρια στο κρεβάτι έως να φτάσει πέντε, ένας ήχος από κατσαρολικά να αναβάλει τα σαχλoκηρύγματα περί χρησιμότητας του μεσημεριανού ύπνου για αύριο πάλι.

Η θεία Ηρώ με το καινούργιο φθινοπωρινό μεσάτο της, ανώτερο κι από το πρωτότυπο του φιγουρινιού, ερχόταν κάθε χρόνο μαζί μας στα εγκαίνια. Μάζευε τα διαφημιστικά φυλλάδια από ανεμιστήρες δαπέδου και τα ΄κανε βεντάλια όση ώρα έπινε την λεμονάδα της μ΄ένα καλαμάκι που πάντα ήταν πιο κοντό, κάθε μισή γουλιά το τραβούσε να βγει από το μπουκάλι.
Σιχαινόταν την ζέστη, την υγρασία, τα ξένα στόματα.  87 χρόνια δεν εγκατέλειψε την Θεσσαλονίκη παρά μόνο για τα ιαματικά της στην πιο ζεστή και υγρή Αιδηψό, 87 καλοκαίρια μια λεμονάδα δεν ευχαριστήθηκε.
Πέθανε Απρίλη, αδειάζοντας το σπίτι ανεμιστήρα δεν βρήκαμε πουθενά. Μόνο το πλεχτό σάλι της και το άσπρο παλτό της επάνω στην καρέκλα, μια ντουλάπα ολόμαλλα εξώφυλλα του Burda, κουτάκια με αποξηραμένα τριαντάφυλλα κι ένα πάκο φωτογραφίες ενός άντρα με ναυτική στολή που κανένας μας δεν είχε ξαναδεί. “Έζησε και πέθανε με το πείσμα της, έμεινε για πάντα παιδί” μυξόκλαιγαν οι φιλενάδες της στον καφέ, ρουφώντας εκνευριστικά το νεροζούμι από τα νεκροφλύτζανα.

Η εποχή της ευθύνης των άλλων, η μέγιστη αναπόληση, λύτρωση, η ουσία της νοσταλγίας. 

Τα λιγοστά δευτερόλεπτα που η ρόδα σταματούσε για να κατέβουν κάποιοι, οι της κορυφής έδειχναν στον αέρα προς τα σπίτια τους, ορισμένοι υποστήριζαν πως τα διέκριναν ξεκάθαρα. Τα μόνο δευτερόλεπτα που μπορούσες να δεις πόσο μεγαλύτερη φαινόταν η θάλασσα από κει πάνω. Η μόνη που φαινόταν μεγαλύτερη, δυο δραχμές σπαταλημένες κι αυτές για οικίες θέες έως να ακουστεί το καμπανάκι προσεδάφισης.

Στο λογοτεζνίζων ακριβώς νούμερό μας και τα άλλοθι περί των εποχών της άγνοιας, της αθωώτητας. Νανουρίζουν ευχάριστα το ενοχικό κουβάρι μόλις ξαναπατήσεις τα πόδια κάτω, την ώρα που χτυπάν τα καμπανάκια. Αθώος που τείχη, τοίχοι, τα ίδια κάτω φώτα τα γνωστά σου ξανά σε αιχμαλώτισαν έως να στερέψουν κι όλα τα δίφραγκα που για να πας ψηλά προόριζες. Δήθεν. 

Αν ανέβαινα σήμερα ξανά στην ρόδα, νομίζω μόνο το πείραμα των Darley και Latane θα διέκρινα να απλώνεται από άκρη σε άκρη του χαμού. Ανευθυνότητα του πλήθους, διάχυση της ευθύνης. 35 λεπτά μαχαίρωνε ο δολοφόνος της την Κάθριν Τζενοβέζε εκείνη την νύχτα Παρασκευής, τόσο ούρλιαζε και καλούσε βοήθεια έως να ξεψυχήσει. Φώτα άναψαν, παράθυρα άνοιξαν, ο περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων το επόμενο πρωί επαρκείς για να οδηγήσουν στην σύλληψή του. Να βοηθήσει, να σώσει το θύμα, δεν βγήκε κανείς. Σοκ της άρνησης η ερμηνεία για κάποιους, εθισμός στο έγκλημα κατ΄άλλους. Διάχυση της ευθύνης κατέδειξε το πείραμα, ας μην το κάνω εγώ, τόσοι είμαστε, κάποιος άλλος θα βρεθεί να το κάνει.
Για αυτό είναι όμορφα τα παιδικά χρόνια, να μένεις αθώος, νοσταλγός παντοτινός του “κάποιος άλλος θα το κάνει, θα το επιβάλλει”. Κάποιος θα πάει στην κουζίνα στις πέντε να κάνει λίγη φασαρία, εσύ δεν έχεις παρά να μείνεις ακίνητος τις ώρες κοινής ησυχίας, εσύ μόνο κοίταζε το σπίτι από ψηλά. Όχι την θάλασσα. 

Μια πόλη αιώνιο τσίρκο, όπως πάντα γινόταν αυτές τις μέρες κι ας γλυκαίνει το “τότε” τις αποχρώσεις στις polaroids εντός μας. Ο ιδιοκτήτης επιχειρηματίας της ρόδας στον ένα γύρο κόβει εισιτήρια μετράει κεφάλια, στον επόμενο κόβει κεφάλια μετράει εισιτήρια. “Μια χαρά πάμε, μια χαρά είμαστε” υστερίζει για να σκεπάσει τον ήχο των τριγμών, κάτι χιλιάδες ένστολοι ετοιμοπόλεμοι μη και λοξοδρομήσει καμιά ματιά από τα τείχη προς την θάλασσα. Μπα. Τέρμα τα δίφραγκα. 

Κι εμείς κάνουμε αέρα με τις βεντάλιες από δροσιστικά λογάκια φτιαγμένες, όλο κι από πιο κάτω τραβάμε το καλαμάκι για να βγει. Ελπίζοντας. Στην κηδεία της ιστορίας μας μη και βρεθούν τίποτα αληθινά παιδιά να αυθαδιάσουν “κι από πότε είναι ρε αυτό χρήσιμο για κάποιον άλλον εκτός από τους εαυτούς σας?” στους ψευτοθρήνους όσων θα ΄χουν απομείνει που πιτσιρίκια μείναμε.
Κοιτάμε από τα παράθυρα μια γενοκτονία και σκιτσάρουμε τις μορφές των δολοφόνων κι όλο σκιτσάρουμε κι όλο περιγράφουμε. Για να δώσουμε στους επόμενους τις σωστές πληροφορίες, μην είναι μούφα κι αυτές σαν τις φακές. Φίσκα οι ντουλάπες ολόμαλλα. Τσέπες για να μας βρίσκονται να τις φουλάρουμε με ελπίδες, να ΄χει να θεριεύει ο σκώρος της ιστορίας που γράφουμε. Με φυλλάδια διαφημιστικά.  

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s