ο κύκλος των χαμένων βροχών

01

Aπρίλης

Κάπου που μύριζε φρεσκοπατημένο χαμομήλι, καρέκλες στριμωγμένες ίσα οι ώμοι να αγγίζονται σε κάθε πιρουνιά σε κάθε τσούγκρισμα, ανέστη, αληθώς, αλήθεια ψέμματα ποιος νοιάζεται όταν όλα μυρίζουν φρεσκοπατημένο χαμομήλι.

Πρώτη, δεύτερη σταγόνα, μουσαμάδες, “τα ποτήρια, πρώτα τα ποτήρια“, μια ομπρέλα για τη θάλασσα πάνω από την φωτιά, τσιρίδες παιδικές, γέλια αδιάβροχα,  “και του χρόνου να είμαστε καλά“. Αν είχες  το πινέλο σου μαζί με λίγο μωβ θα τόνιζες το φευγαλέο ερωτηματικό, μια ύψωνε το ποτήρι του στο “χρόνου”, μια γέμιζε εκείνο του “καλά”,  το μόνιμα μισοάδειο.

Σούρουπο, με τους ερχόμενους ακόμη πιο κρίσιμους μήνες κατατρώγεται  ένα ραδιόφωνο από μέσα, “θα σκάσεις ρε πια, άσε και για αύριο ένα κομμάτι μπακλαβά“. Πάντα. Πάντα έρχεται η ώρα να διαλέξεις ή μ΄αυτούς που ξέρουν να αποταμιεύουν ζάχαρη ή μ΄εκείνους που από το τίποτα την φτιάχνουν, “ποιος είναι ο δικός μου, δεν πιστεύω όλους σκέτους να τους έφτιαξες;” Ζήτα τώρα τα ρέστα απ΄όσους την αποταμίευση σου δίδαξαν για μεγαλύτερη αρετή,  “νύχτωσε ρε μαμά πια, νύσταξα”, δεν πειράζει, μάζευε από τώρα αγρύπνια και νοτισμένες νύχτες για τότε που κι εσύ θα ρωτάς “αυτός ο βοριάς δεν θα βαρεθεί ποτέ να μας στεγνώνει?” Mάζευε, μάζευε από τώρα κι εσύ μέρες και νύχτες και “καλά“, ζάχαρη μόνο ζάχαρη ποτέ για αύριο μην κρατάς, έτσι κι αλλιώς κι εσένα κάποτε θα σε δικάσουν πως μόνος σου την έφαγες.

 

Ιούλιος

Κάπου που μπλε και κίτρινο δεν κάνουν πάντα πράσινο. Αν στο τέρμα του μπλε δεν φτάνουν τα μάτια,  την κάψα του κίτρινου με το ζόρι αντέχουν γόνατα και πατούσες, κόκκινες όλες οι πινελιές. Δυο πετσέτες, δυο καφέδες, ένα μπουκάλι νερό στα δύο, ένα πακέτο στα όσα μπορεί να χωρίσει την γεύση του ένας αόρατος ορίζοντας.

“Παραβγαίνουμε ως το νησάκι απέναντι?”,  ένα ντοινγκ στη μύτη με το δάχτυλο, “μαζί σου έτσι κι αλλιώς στεριά δεν υπάρχει“, πετσέτα στα δύο, ένα φιλί από εκείνα τα τόσο τέλεια, εγγύηση πως πάντα κάτι ημιτελές κρύβουν λίγο πριν την τελευταία της γλώσσας στροφή, καλύτερα, καλύτερα που δεν υπάρχει παντού στεριά. Στις στεριές μπορεί και ξεψυχισμένος να ξεβραστείς, μπορεί κι ακόμη χειρότερα.  Άψυχος.

Πρώτη σταγόνα, δεύτερη σταγόνα, πετσέτα στα δύο, μακριά από την θάλασσα όταν αστράφτει σ΄έμαθαν, πως μια χαρά σε πετυχαίνουν οι κεραυνοί και κάτω από ένα ερειπωμένο τόσο δα υπόστεγο όταν κολυμπάς και όσοι το ΄ξεραν κρυφό στο κράτησαν. “Αν δεν βρω εδώ δουλειά μέχρι τον Σεπτέμβρη θα πρέπει να γυρίσω”, “μην μου χρεώσεις και τους δείκτες ανεργίας, φταίει η στεριά ή η θάλασσα ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι δεν είναι”. Πόσο να κρατήσει ένα μπουκάλι νερό στα δύο, στα τρια, στα τέσσερα, ποιος να πρωτοξεδιψάσει, “πάμε? η βροχή σταμάτησε, πιάστηκε η πλάτη μου”. Δεν πειράζει, μάζευε, μάζευε κι εσύ μουδιάσματα, σημάδια και γρατζουνιές στην πλάτη για τότε, τότε που μείνουμε ή φύγουμε μετανάστες θα  είμαστε, παντού μπλε και κίτρινο μονάχα πράσινα της ελπίδας θα φτιάχνουν κι όποιος καλύτερα σπουδαγμένος αποδειχθεί στο χωρίς κόκκινο, ίσως κάνει κάποτε ένα ντόινγκ σε μια άλλη μύτη, άλλον ήχο θα βγάλουν τα δάχτυλα, “έτσι κι αλλιώς εκείνη η στεριά δεν υπήρχε” θα μονολογεί κάθε αστραπή, ούτε τον ήχο της δεν θα πείθει. 

 

Οκτώβρης

Σάββατο. Λίστα κι ένα πενηντάρικο στην τσέπη, τσάντες δεν χρειάζονται, οι τσάντες είναι στόχοι φανεροί, τέτοιες εποχές και πενηντάρικα και ανάγκες σοφότερο να μένουν καλά κρυμμένα. Πρώτη στάση στο πρώτο περίπτερο, δεύτερη μπρος στην τέντα του δεύτερου.  “Ή με τους εργάτες ή με τις γραβάτες” κάποιος έχει γράψει, πρώτη σκέψη πως εργάτης θα ήταν, δεύτερη πως ίσως και κάποιος αναποφάσιστος με ποιον από τους δύο μέσα του θα δείξει πως είναι σε όσους δεύτερες σκέψεις δεν κάνουν.

Πρώτη σταγόνα, δεύτερη σταγόνα, πάλι ξέχασε την ομπρέλα και οι ομπρέλες στόχοι και προδότες είναι πια. Σε όλους μαρτυρούν πως δεν αντέχουν άλλο οι σκέψεις να πιάνονται από τα μαλλιά τους, εκείνες στεγνές και ξερές ας μείνουν όσο τα πόδια μούσκεμα πηδάνε πάνω από ναϋλον, χαρτόνια, και μερικά κέρματα πάλι ξέχασε, σάββατο με σάββατο όλο και περισσότερα τα χαρτόνια, κατακλυσμός στον νου.

“Blue Cafe “Ώρες λειτουργίας 9-9“, πότε να ζουν αυτοί οι άνθρωποι, τινάζει τα μαλλιά μπαίνοντας, για λίγο τουλάχιστον το μυαλό να στεγνώσει. “Γλυκό με πολύ γάλα όπως πάντα?” τραγουδά το κορίτσι που σερβίρει μουσκεμένες σκέψεις, με τους εργάτες με τους εργάτες έπρεπε όλοι να είναι, καμιά γραβάτα δεν χαμογελά τέτοιες εποχές τόσο χαλαρά, τόσο αγόγγυστα, πλένοντας και κουβαλώντας ποτήρια για μερικά πενηντάρικα, τα τελείως απαραίτητα να διαγραφούν από τις λίστες. Τα ΄χε  άραγε θυμηθεί όλα στη δική της ή πάλι θα ξεχάσει τα μισά και βροχή θα κουβαλάει στις μισές σακούλες συντήρηση και κατάψυξη για να γεμίσει,  τα παιδιά, τα παιδιά κάτι  της ζήτησαν αλλά δεν θυμάται τι, δεν πειράζει κάτι άλλο θα τους φέρει, παιδιά είναι, κανένα “κάτι” τους δεν έχει προλάβει  αναντικατάστατο να γίνει. Tινάζει μερικές ακόμη στάλες από τα μαγουλά της, σταματημό δεν έχει αυτή η μπόρα, αντί να ξανοίγουν όλο και σκουραίνουν όλα, μέσα έξω, όλα γκρι. Σκούρο γκρι, σαν την γραβάτα του. Η πιο φαρδιά της άκρη άτσαλα περισσεύει από την τσέπη του σακακιού,  “έναν σκέτο”, τσαλακωμένο βλέμμα, τσαλακωμένο σακάκι, δακρυσμένα μαλλιά, σαν όλοι να ΄χουν ξεχάσει πια πως υπάρχουν ομπρέλες και σκέψεις στεγνές. Μαύρος καφές, γκρι γραβάτα, βλέμμα κατράμι, οι ασυναίσθητοι συνδυασμοί εγγυώνται τα μεγαλύτερα ταιριάσματα.

Κοιτάζει την πόρτα, κοιτάζει το ρολόι του, ανάποδη σειρά, κανέναν δεν περιμένει, μοιάζουν  καμιά φορά με τίποτα οι κανένας, πολλές φορές, σίγουρα έχει μόλις ξεμπερδέψει με μια αγγαρεία επαγγελματική, τότε μόνο χώνονται στις τσέπες μ΄αυτόν τον τρόπο ο γραβάτες. Μια σκέτη γουλιά, ένα sms, δεύτερη γουλιά, πρώτη ματιά, “προσπαθώ να θυμηθώ τι μου ζήτησαν τα παιδιά, γι΄αυτό είμαι τόσο αφηρημένη”  θα του είχε απολογηθεί αν είχε το νούμερό του που δεν επέστρεψε αμέσως τα μάτια της στο δικό της sms, “τα κορν φλεικς του μικρού μην ξεχάσεις” κι άλλη γουλιά κι άλλη ματιά, δεν μοιάζουν κάποια χαμόγελα με κεραυνούς, εκείνοι τους μοιάζουν.

“Μην στενοχωριέστε, κάτι άλλο θα βρεθεί και εμένα τελευταίες μέρες μου είναι εδώ μέσα” του τραγουδά αυτή που αφήνει ακόμη ένα ποτήρι νερό δίπλα στα sms του, τα ασυναίσθητα αυθαιρέτως συμπεράσματα και τα ασπρόμαυρα διλήμματα δημιουργούν τις πιο γκρίζες παρεξηγήσεις, αλλά άντε να το χωρέσεις αυτό στην τέντα του περιπτέρου. Πληρώνει, σηκώνεται, “αν δεν είχα μόλις απολυθεί και άντεχα συντροφιά θα κερνούσα τον επόμενο καφέ, μπορεί και μια Κυριακή απόγευμα να κερνούσα” θα είχε υπογράψει ο ζωγράφος στον επόμενο κεραυνό του, “σ΄ευχαριστώ για το Σάββατο που κέρασες” προσπάθησε αποτυχημένα να ζωγραφίσει, ένα “μην σκας, δεν ξέρω να δένω γραβάτες και με τους κόμπους μια χαρά θα τα καταφέρει και μόνος του ο λαιμός σου” βγήκε.

Ένα ακόμη απλωμένο χέρι, κάτι για αρρώστιες, δουλειά, παιδιά γράφει το μισολιωμένο χαρτί,  ο τσίγκινος ήχος ενός 50λεπτου, ό,τι περίσσεψε από το ταξίδι στον πλανήτη που μισοαπολυμένοι εργάτες σερβίρουν σχολασμένες γραβάτες ανταμοίβεται με το μαγκωμένο χαμόγελο που ακριβώς στη μέση μεταξύ αρχής και τέλους στέκεται. Μοίραζε, μοίραζε κι εσύ χαμόγελα αντάλλαγμα για τα ψίχουλα, μοίραζε και μάζευε, μάζευε κι εσύ, μάζευε περαστικές ενοχές, μάζευε και απόλαυσε πως τουλάχιστον εσύ στρατόπεδο δεν πρέπει να διαλέξεις απ΄όποιο κι αν προέρχεσαι, εσένα και των εργατών και των γραβατών οι ενοχές σου κάνουν, το κουτάκι να γεμίζει.

 

Δεκέμβρης

Παντού. Παρωχημένα όλα. Και τα επικίνδυνα και τα καιρικά και ιδίως τα φαινόμενα κι αυτός που πρώτος είπε “μια συνήθεια είναι όλα στη ζωή”  μία φορά μόνο διαψεύσθηκε. Από κείνον που ορκίστηκε “συνήθεια είναι όλα στη ζωή” κι αυτός από κανέναν δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Το δέντρο στη θέση του, τα γλυκά στο τραπέζι, όλα κανονισμένα, που, με ποιους, τι θα φάμε, τι θα πιούμε, τι θα πούμε, τι δεν θα πούμε.

Πρώτη σταγόνα, δεύτερη σταγόνα, χάλια έγιναν πάλι τα τζάμια, δυο ώρες έφαγε να τα καθαρίσει, τόσα καθαριστικά είχε δοκιμάσει αόρατα κανένα δεν τα έκανε, εμμονικά συνεχίζουν όλα να καθρεφτίζονται. Τα παιδιά που γυροφέρνουν τα κουτιά στο δέντρο, να μαντέψουν αν είναι μέσα όσα ζήτησαν στο γράμμα κι ας ξέρουν πως εκείνη το παίρνει από το μαξιλάρι τους, εκείνη που τώρα αλλάζει τις μαξιλαροθήκες στο διπλό, όπου πραγματικά λαχταράς να βρεις επιθυμίες ποτέ κανένα γράμμα δεν βρίσκεις μόνο ληγμένους λογαριασμούς στο κομοδίνο και καλύτερα να σταματάς το ψάξιμο όταν για να φτάσεις την άλλη μαξιλαροθήκη τον γύρο του κρεβατιού πρέπει να κάνεις. Πια. 

Όπου να ΄ναι θα φανεί κι εκείνος στο θολωμένο τζάμι, στην θέση της στρωμένη η γράβατα μα και στην τσέπη να ΄ταν το πιο σημαντικό είναι ούτε σήμερα να απολύθηκε, όχι αν ανάμεσα σε δυο “ουφ”, σε μια απόλυση και μια παρ΄ολίγον πρόσληψη, είπε σε κάποια “αν δεν.. θα ..”. Αν ποτέ έπιαναν κουβέντα τα αν, τα δεν, τα θα τους, πρώτα τα δικά της θα κεντράριζαν στόχο, αλλά δεν θα έπιαναν. Μερικά δεν, μερικά θα, είναι σοφά. Ξέρουν πως αν δεν τα ξεστομίσεις μία κι έξω καλύτερα να τα πάρει μαζί η στερνή σου ανάσα, μονάχα για λογαριασμούς, ξένα γράμματα και ξένα θα μια χαρά ήταν που ακόμη μιλούσαν, παρουσιαστές στο ίδιο κάθε βράδυ μονόχνωτο δελτίο, μα αν δεν υπάρχουν πια φαινόμενα τι να πεις, για τον καιρό θα λες, σαν τα δελτία.  “Ισχυρές βροχές και καταιγίδες προβλέπονται και για αύριο, θα βρέξει “δεν”, θα αστράψει “θα“. Μάζευε.

Advertisements

3 thoughts on “ο κύκλος των χαμένων βροχών

    • Όχι δεν θα ΄χες, εσύ ειδικά, Είναι ανθεκτικότερες απ΄όσο φανταζόμαστε σε όλα, αρκεί να τους εξασφαλίζεις την βασική τους λειτουργία.
      (welcome κι εδώ όμορφε άνθρωπε)

  1. Χορεύουν οι λέξεις σου στον χορό της βροχής και μου αρέσει τόσο ο χορός τους…Φιλιά με γεύση “σταγόνα της βροχής”!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s