το βλέμμα

12009819_1500659846915101_1023301598458963414_n

Τόσο αθέατη που ενώ από νήπια πηγαινοερχόμασταν μαζί σαν να την πρωτοαντίκρυσα στην 1η Γυμνασίου. Την φορά που περίμενε στην πόρτα τον Στεργίου, να πει πως δεν είχε διαβάσει γεωμετρία. Μου διαφεύγει πλέον ο σίγουρα σπουδαίος λόγος, ανεξίτηλος επέζησε μόνον ο τρόπος που κοιτούσε τις ελβιέλες της όσο του εξηγούσε, ως να της πει “εντάξει, εντάξει” και να την σπρώξει στην αίθουσα. Η μόνη από όλους μας που τους περίμενε στην πόρτα. Oι υπόλοιποι ξεκάναμε παππούδες, γιαγιάδες και χώναμε εσπευσμένα θειάδες στο ΑΧΕΠΑ μόνον αν κλήρωνε το όνομά μας στο ξεφύλλισμα του καταλόγου.

Ελαφρά πιο κοντή από τον μέσο όρο της ηλικίας μας, λεπτότερη από κάθε μέσο όρο,  φωνή  άηχη ακόμη κι όταν τρανταχτά απήγγειλε το ποίημά της στις επετειακές φιέστες. Μάτια κάτι σαν μπλε, σαν πράσινο, άπατα. Και κατάματα που σε κοιτούσαν, κάτω κοίταζαν. Σαν λίμνη θολή, όσο μεγάλη πέτρα κι αν πετάξεις απειροελάχιστα θα ταραχθεί και ποτέ δεν θα ξαναεντοπίσεις το σημείο που χάθηκε.

Δεν απάντησα ποτέ γιατί μπλέχτηκε στο κεφάλι μου με το βουητό και την τραμπάλα των τοίχων εκείνης της Τρίτης. Tα χιόνια στην ΥΕΝΕΔ, ο καναπές που χόρευε, η βιβλιοθήκη αγκαλιά με την θρυμματισμένη  πόρτα, το κρεβάτι του αδερφού μου θαμμένο από τα τζάμια. Χέρια που με άρπαξαν και με κατρακύλησαν στον δρόμο, κραυγές, το σχισμένο πεζοδρόμιο, μπράτσα που έσφιγγαν και τους τέσσερις μας μονολογώντας “ευτυχώς που δεν είχατε κοιμηθεί, ευτυχώς” και στο μυαλό μου τα μάτια της Μάρως καρφωμένα στα λευκά κορδόνια της.  Οι μνήμες μου από από τα πρώτα λεπτά του σεισμού. 

Τα επόμενα βράδια “κοιμηθήκαμε” στο ταρτάν του Καυταντζογλείου, οι μεγάλοι πηγαινοερχόταν όλο κι από κάποιο ρούχο να φέρουν μαζί με πληροφορίες πως είδαν κι αυτόν, είδαν κι εκείνον, όλοι στην γειτονιά ήταν εντάξει, οι ζημιές  επιδιορθώσιμες. Ούτε και πως μπορεί να καμώνεται τον οδηγό σου για το τι επιδιορθώνεται και τι όχι μια χωρίς ίχνος στροφής γραμμή, απάντησα ποτέ. 

Λίγες μέρες αργότερα μας πήγαν για καλοκαίρι στην αδελφή της μάνας μου στην Καβάλα, σπίτι επιστρέψαμε λίγο πριν την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου. Ίσα που προλάβαμε να περιεργαστούμε κανούργιες βιβλιοθήκες, πόρτες και γυαλικά πριν χτυπήσει κουδούνι. Ηχηρότερο όλων στους δεκατρεις Σεπτέμβρηδες που μετρούσαν άχρηστα “μαθαίνω” μας και γεωμετρίες επίπεδες. 

Πρώτη φορά την άκουσα πριν την δω. Ο μόνος λόγος που δεν την αναγνώρισα. Γελούσε δυνατά με κάποιον απ΄όσους είχαν περιστοιχίσει το καροτσάκι, την μια ελβιέλα, το ένα κορδόνι. Το κενό από το γόνατο και κάτω παρατηρούσαμε όλοι, εκείνη μόνον εμάς. Σαν πρώτη φορά να μας συναντούσε το κρύσταλλο στα μάτια της. Χαλικάκι να σου ξέφευγε στο γαλάζιο τους στο επέστρεφε πριν καν ακουστεί ο ήχος του στο νερό. Λεπίδα που σε περίμενε να προσγειωθείς το βλέμμα της, πιο ανυπόμονα να σε λιώσει απ΄όσο το ΄χε κατορθώσει η μεσοτοιχία με την σάρκα της.   

Επιδιορθώσιμα. Σε μερικούς μήνες βολεύτηκε και η δεύτερη ελβιέλα σ΄ένα τεχνητό πόδι, όποιος την συνάντησε από κει και κάτω δεν έμαθε ποτέ πως ούτε το βλέμμα, ούτε η φωνή ήταν μέλη φυσικά. Μεταμοσχεύσεις ο Πόνος, μέθοδος εγγυημένη, αποτελέσμα παντοτινό. Ο δυναμισμός της απώλειας, η αλαζονεία της δυστυχίας. Και να ΄χεις ακόμη να χάσεις, κανένας δεν μπορεί να σου στερήσει το παραμικρό. Όπως λέμε, Ελευθερία.

Δεν ξαναστάθηκε ποτέ στην πόρτα, μέχρι που σκορπιστήκαμε σε αμφιθέατρα πανεπιστημιακά και χαθήκαμε τόσα σθεντόρια “θέλω”, “δεν θέλω”, “μπορώ”, “δεν μπορώ”, “δεν ξέρω” δεν άκουσαν από άλλο στόμα ντουβάρια και προαύλιο. Σαν από κείνη την μέρα να ανέβηκε  ασθμαίνοντας ένα σκαλί. Δεν ξεμάκρυνε εκείνη εμείς κοντοσταθήκαμε και κάθε “βάσανό” μας μεγάλωνε την απόσταση.

Ξαναβρίσκω το βλέμμα της σε κάθε μία από τις τελευταίες γραμμές του Βακαλόπουλου, ελάχιστες φορές το είδα να χοροπηδάει πάνω σε ένα εξιτήριο, που και που το αναγνωρίζω στο ξαπλωμένο ρολόϊ στις “Εμμονές της Μνήμης” πάνω από το κρεβάτι. Μετά αφαιρένομαι και πάλι το ξεχνώ, ως την επόμενη φορά που αναρωτιέμαι τι μπορεί να νοιώθουν μπρος σε κάθε Νταλί οι συνωστισμένοι στις ουρές, τι αληθινά είσαι σε θέση  να ακούσεις όταν κάποιος λέει: «Στα τρία μου ήθελανα γίνω μάγειρας. Στα επτά ήθελα να γίνω Ναπολέων. Η φιλοδοξία μου ποτέ δεν έπαψε να μεγαλώνει. Τώρα πλέον θέλω να γίνω Σαλβαδόρ Νταλί και τίποτα άλλο. Από την άλλη μεριά όμως, αυτό είναι δύσκολο, αφού, όσο πλησιάζω τον Σαλβαδόρ Νταλί, τόσο αυτός απομακρύνεται από εμένα», τι πραγματικά γίνεται να γνωρίζεις για την αλαζονεία, την τρέλα, τι στα αλήθεια διακρίνεις εκτός από άγραφο καμβά στους ελέφαντες με πόδια εντόμων αν δεν γνωρίζεις ότι:

“..το  ίδιο όνομα είχαν δώσει και στον πρώτο τους γιό που πέθανε την ίδια ημερομηνία 9 μήνες μετά την γέννηση του επόμενου γιού τους, του ζωγράφου Νταλί. Μπροστά στην σύμπτωση οι γονείς του πείστηκαν και του μετέφεραν την πεποίθηση ότι ήταν η μετενσάρκωση του χαμένου του αδελφού. Μεγάλωσε στην σκιά αυτής της απώλειας και η ιδέα τον γέμισε φοβίες, σαν να μην ήταν ο εαυτός του και εμμονές με την αποσύνθεση του σώματος, με τα έντομα και τα σκουλήκια που βοηθάνε σε αυτό..” 

Σε ποια γραμμή του Κέρουακ, χίλιες φορές κι αν τις διαβάσεις, είσαι ικανός να ξεχωρίσεις τον εκ γενετής ήχο φωνής και διαδρομής, όχι εκείνα που προέκυψαν επειδή “..σε ηλικία 4 χρονών βίωσε τον θάνατο του 9χρονου αδελφού του, γεγονός που..“,πόσο ασύδοτοι ρηχών ερμηνειών είμαστε καθημερινά για τους πάντες εξαπολύοντας κρίσεις, χαρακτηρισμούς και βαθμολογίες για βιογραφικά που αγνοούμε την καθοριστικότερη ενότητα. “Προϋπηρεσία σε τυχαία περιστατικά”.

Mερικά λιόλουστα Σάββατα του Οκτώβρη παρατάω τον καφέ μου για να συναντήσω το βλέμμα της στην άκρη του νερού, κάποια μου επιστρέφει γελώντας ένα ένα τα πλατιά βοτσάλα που πετάω προσπαθώντας να χοροπηδήσουν όσο πιο πολλές φορές, όσο περισσότερο να μείνουν στην επιφάνεια. Τα μαζεύω και της τα ξαναπετώ, της γελάω, μου γελάει, όταν βαρεθούμε μου κλείνει το μάτι και χώνεται στην τσέπη του λεπτού φθινοπωρινού μπουφάν, μαζί μ΄ένα βότσαλο. Ενθύμιο συνάντησης. Να το βρίσκω επόμενους Οκτώβρηδες, απόδειξη πως είμαστε και οι δυο ακόμη Οn The Road.

Άλλαξες” λένε διστακτικά κάποιες φορές χέρια, βλέμματα που περιμένουν στο τραπέζι, ο καφές σχεδόν πάντα έχει παγώσει μα όσο πιο τέτοιας πάστας αλλαζόνας είσαι, τόσο άλλη η αίσθησή σου για το κρύο, το ζεστό. Κάποια στιγμή εσύ τελειώνεις με όλα τα τεχνητά σου μέλη, γίνεται βάσανο αποκλειστικά των γύρω σου η συνύπαρξη με κάποιον που όσα -πολλά- και αν έχει ακόμη να χάσει, τίποτα δεν μπορείς να του στερήσεις. Με την όποια βαθμολογία σου.  

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s