στα ανθεκτικά..

01

Γυρνώ το κλειδί, μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές. Οι γέροι δεν κλειδώνουν, αμπαρώνονται. Μέρα, νύχτα, είτε φεύγουν, είτε οχυρώνονται.
Γέροι. Άκομψη λέξη. Μα ηλικιωμένη μια ψυχή που βρέθηκε τέτοιες εποχές στα επείγοντα του Ευαγγελισμού με εγκεφαλικό -κατάληξη βαριάς κατάθλιψης- κι άλλος από τα ανήψια για να τρέξουν δεν υπάρχει, δεν την λες. Γερασμένη τελεσίδικα είναι. Βαριά κι αιφνίδια. Κι άσε τον νευρολόγο να πιστοποιεί “παρατεταμένη  θλίψη και στενοχώρια” και τον καρδιολόγο να εκτιμά “πταίσματα για αυτήν την ηλικία“. Τα ΄χουμε πει κι εμείς αυτά χίλιες φορές, χίλιες φορές κακούργοι γίναμε κοιτώντας τις ψυχές στα δόντια σαν άλογα.

“Κάτι θα μπορούσαν να κάνουν κι εδώ..”  Ο καημός. Ο γιός που έφυγε για έξω. Στα 81 της. Εκεί που πιστεύεις πως θα χαρείς παιδιά, εγγόνια και μεσημέρια Κυριακής ζορισμένα μονόπαντα από χρόνο που κύλησε, πνίγονται οι μέρες σου σε χρόνο που δε λέει να τσουλήσει και κλήσεις. Σε αναμονή. Όχι δεν θα μπορούσαν. Το περισσότερο που αντέχουν κάνουν. Όσο λιγότερες να ΄ναι οι αναπάντητες. Όχι ότι και πάντα αντέχεται.

Μυρωδιά ξεθυμασμένη. Σαν αγκαλιά περασμένη, μακρινή. Κομπόστα μήλο και πατάτες γιαχνί ανάκατα με σκόνη, ζέστη, ημίφως. Άλλοι το αποκαλούν “κλεισούρα” άλλοι “σπίτι”, μερικοί δεν μυρίζουν τίποτα. Απαιτεί προϋπηρεσία μεγάλη και στα δυο για να τα ξεχωρίζεις.

“Τα λουλούδια και τα ρούχα”, είπε δίνοντάς μου το κλειδί. Το ένα χέρι σώθηκε, λειτουργεί κανονικά για τα αναγκαία. Να δίνει.

Bosch. Από τα αρχαία, τα απέθαντα. Από τότε που ό,τι έπαιρνες, ό,τι έδινες, ήταν για μια ζωή. Σαν “ουφ” σημερινό, για να καταλάβεις. Ατέλειωτο.
Κουμπιά τεράστια, οι ενδείξεις στα ελληνικά.  Τόσο παλιό. Από τότε που τύποις, υπήρχαμε ως τόπος σαν ξέχωρο κάτι. “Ευαίσθητα” “Ανθεκτικά” “Στύψιμο”. “Δυνατό” “Κανονικό” “Σύντομο”. 

Ξεχωρίζω από τον μπόγο. Μαύρο, μαύρο, μαύρο, μαύρο, σκούρο. Δεν ξεχωρίζω τίποτα. Το πολύ πολύ να γκριζάρει και η λευκή ζακέτα. Θα πηγαίνει περισσότερο με τα μαλλιά και τις πέρλες της. Αν ποτέ ξανααντέξει ο λαιμός το βάρος τους.

“Στα ανθεκτικά να το βάλεις, δεν καθαρίζουν στα άλλα. Η λεβάντα είναι δίπλα στο ντουλαπάκι”.

Μισή κουταλιά. Σμυρνέϊκα γιατροσόφια σε όλα. Κι εκείνη και η αδελφή της. Χίλιες χημείες άλλαξα, όλα τα δοκίμασα, ρούχο μου σαν της μάνας μου δεν μύρισε. Άλλο “ωραία” άλλο “όμορφα”. Σ΄αυτό οι προϋπηρεσίες μόνο παραπανίσια να σε μπερδεύουν κατορθώνουν. Ή είναι η μύτη σου άξια για ομορφιά ή όχι. Ίσως ο τρόπος που κρατάνε το κουταλάκι. Όπως μιλάνε στις αζαλέες, στα μπέντζαμιν, στα μπαχάρια τους πριν τα ανακατέψουν στην κατσαρόλα, έτσι μπορεί να κάνουν και με τα άπλυτα. Ίσως απλώς να φταίει η αξιοσύνη της μύτης μου.  

Καφέ, μπορντώ, κρεμ, τα χαλιά ακόμη στο πάτωμα, στο τραπεζάκι δίπλα στο ακουστικό τα ασήμια της γιαγιάς, γάμοι, βαφτίσια, γλέντια από γενιές τρεις. Και μια μισοτελειωμένη καρτέλα αγχολυτικά. Γλέντια τωρινά.

Ο κάδος γυρνά ασταμάτητα, βαθμούς δεν άλλαξα, κάπου ανάμεσα 60 και 90 το είχε ξεχασμένο. “Στύψιμο”. Ούτε στροφές πείραξα. Εκεί που το ΄χε, ξέρει αυτή. Εκεί να ζορίζεται, να τρίζει και να αγκομαχά από το βάρος. Σαν την ματιά της όταν ο συνάδελφος είπε “ε τώρα 80, τι περιμένετε.. αύριο να σηκωθεί  σιγά σιγά μήπως και πάρετε εξιτήριο ως την Παρασκευή, ξέρετε τώρα, είναι πολύτιμα τα κρεβάτια”.

Δεκάδες ματιές στον διάδρομο θα συνηγορούσαν ελπιδοφόρα από τα ράντζα τους αν τον άκουγαν. “Πολύτιμα”. Φυσικά. 30, 60, 90, “Στύψιμο”. Κατακόκκινοι χαρακτήρες γύρω από τον πλαστικό κύκλο και ίση η απόσταση ανάμεσά τους.

Ξέρουμε. Φυσικά. Κακούργοι υπήρξαμε κι εμείς, τα εξ΄αμελείας μετράνε μόνο όταν άλλοι σε δικάζουν, άλλους δικάζεις. Φυσικά. Τίποτα δεν περιμένουμε. Εκεί που οι ψυχές αλέθονται και ξεφτίζουν σαν σεμεδάκι μεταξένιο στους 90, τόσο ισομερώς και τακτοποιημένα μακριά κι από τους 30 κι από τους 60, τίποτα δεν προσμένουμε. Μόνον δίπλα από τα ακουστικά, τις οθόνες.  Να ακούσουμε το “όλα καλά” και αύριο πάλι. Η μέγιστη προσδοκία. Κατακερματισμένη. Μέρα μέρα. Ελπίζοντας όταν τίποτα δεν θα ΄ναι καλό, να προλάβουμε να προσγειωθούμε κι έστω κάποιον με σακάτικο χέρι, πόδι, μυαλό, να βρούμε κάτω από τα τρύπια σεντόνια. Όχι άδειο το κρεβάτι. Όσο απαιτηθεί να παραμείνουν στα ανθεκτικά, μη και κυλήσουν αιφνιδιαστικά στα ευαίσθητα. 

Ήθελα μόνον να πω πόσο λειψά, αναξιόπιστα είναι και τα νούμερα και τα εγκυρότερα στατιστικά από όλο αυτό που ζούμε, μα πάλι μακρηγόρησα. Με παρέσυραν οι κραδασμοί του κάδου, οι κατακόκκινες ενδείξεις, οι ίσες αποστάσεις. Αυτές, αυτές ειδικά μπορούν να σε κάνουν να λες να λες να λες και για τα νούμερα και τα στατιστικά που -ακόμη- δεν σε περιλαμβάνουν όλα να τα ξέρεις.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s