Η θεία Ειρήνη

 330_11_Markaki_Smyrni_flash
Ψηλότερο κι από το 1,90τόσο του  θείου Αγαθοκλή, από τοίχο σε τοίχο. Όλα τα άλλα κάθε τρεις και λίγο τα ΄φερνε γύρα η θεία Ειρήνη μέσα στο τριάρι, το σύνθετο άσειστο. Εφορμούσες στο ασημένιο βάζο με το βύσσινο να προλάβεις ένα απ΄τα έξι κρεμασμένα στο χείλος του κουταλάκια ή γύρευε το σκάσιμό σου από τους ντολμάδες και τα κοκκινιστά της παρηγοριά στον βελούδινο καναπέ, έμπαινες στο χωλ, έβγαινες από την κουζίνα, σωζμό από το “ασήκωτο” τα μάτια σου δεν είχαν.  
Άπαντα Παπαδιαμάντη στην κορυφή, “Μεγάλοι Ζωγράφοι”, ολίγος Καρυωτάκης. Ψεύτικα τριαντάφυλλα, κορνίζες, ασήμια σκαλιστά, “ΔΟΜΗ” σ΄όλα τα ράφια σκορπισμένη. Πλάτες αντικριστές, εχθροί ορκισμένοι το “Α-Ζω” με τα “Η-Λοιπόν” και “Ξανά-Ω”, δυο μουράνο γονδολιέρηδες, Αχέροντας ανάμεσά τους το αλαβάστρινο τασάκι. Ασχήμια πάππου προς παππού, who pay the ferryman, να ζήσουμε να τους αντιγράφουμε. 
Κάβοι τα σκονισμένα τούλια γύρω σε πορσελάνινους λαιμούς, δέστρες τα κουφέτα. Μια ιμιτασιόν γκραβούρα της Σμύρνης κεντραρισμένη στο τρίτο ράφι,  ανάποδη Μόνα Λίζα. Απ΄όποια γωνιά κι αν σε κοιτούσε, χαμογελούσες νόμιζε. Εκείνη η ώχρα που σου ξεδιαλύνει την διαφορά  “κιτρινισμένου” από το “κιτρινιάρικο“, δίχως να ανατρέξεις στο “Κ-Κάλπικο“. Εκεί μπροστά της, εκεί που τερμάτιζε η θάλασσα, έβρισκες πότε το κλειδί, μια ασφάλεια από τον πίνακα καμένη να θυμηθεί βγαίνοντας να πάρει καινούργια, δίφραγκα, φουρκέτες, ένα κουμπί. Το τελευταίο γράμμα του Δεύτερου θείου Αγαθοκλή από την Βομβάη. Της κάθε μέρας της το έρμα, εκεί. Ξεβρασμένο σε ακτές ασήκωτες.  
Με το που έπιανε πάνω από μισό δάχτυλο σκόνη η Kresky, στοιχιζόταν ο καναπές απέναντι στο διπλό παράθυρο, αγιοδημητριού επέστρεφε ξανά από κάτω του, όσο μακριά χρειαζόταν μη και τσαλακωθούν οι πότε αδιαπέραστες πότε δαντελένιες κουρτίνες. Δυο πολυθρόνες και το ξένο με τα πάντα μαρμάρινο τραπεζάκι κάθε τόσο σφιχταγκαλιάζονταν, ως να συνηθίσεις τον κιτς έρωτά τους ξαναχωρίζαν τα τσανάκια τους, με ό,τι κέφια ξύπναγε η κυρά τους νανουρίζονταν κι όλα τα ξύλινα, μεταλλικά, γυάλινά της. Γεμάτο στάχυα μουσαντένια το πήλινο βάζο με μπόϊ δεκάχρονου, κορδωμένο κάθε φορά μπροστά και σ΄ άλλο ξέφτισμα του σοβά.

“Λιγάκι, λιγάκι να αλλάξουμε εδώ μέσα”.

Ακόμη κι εντός ορίων του “ασήκωτου“, σουλατσάριζαν πότε πότε με τις γόνδολες κορίτσια, λουλούδια, πινελιές.  Μια περατζάδα λίγο μακρύτερα  από τον Καρυωτάκη και πάλι πίσω πλαϊ στο “Μη-Νισάφι”, πότε ανοιγμένος στο “Μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου” κι έτοιμος να κατρακυλήσει στο μωσαϊκό, άλλοτε έπρεπε να τον ξεθάψεις πίσω από κηροπήγια χωρίς κεριά τον τόμο με τον αγαπημένο της Ελ Γκρέκο. Δύο γραφόταν, μια λέξη προφερόταν τότε αυτός. Όλοι αυτοί. 

Ιούλιο γιορτάσαμε τα 62 της με θέα το λιμάνι από τον καναπέ, τον Αύγουστο σε τρεις ώρες μέσα τελεσίδικα την πρόδωσε το αδιάγνωστο αναπνευστικό της. “Μα πως έγινε, πως..” απόρησαν πάλι και πάλι, μοίρασαν, πέταξαν, άδειασαν. Αδελφές, γειτόνισσες, κόρες. 17 ήμουν δεν ήμουν, αμφοτερόπλευρη λοίμωξη  ιδέα δεν είχα ακόμη τι θα πει, μα τόσα “να αλλάξουμε” όσα από το στόμα της ούτε σε προεκλογική συγκέντρωση του γένους Μπιρσίμ άκουσα, “πως?” φωναχτά δεν αναρωτήθηκα. Ούτε για κείνη, ούτε για τα εν γένει γένη. 

Μεγάλοι Ζωγράφοι και Παπαδιαμάντης ποτέ δεν έμαθα σε ποιο πατάρι κατέληξαν πάντως σε Κυριακάτικο τραπέζι πουθενά δεν τα ξαναπήρε το μάτι μου, πορσελάνες κι αλάβαστρα μ΄αρέσει να τα φαντάζομαι καθ΄οδόν προς ένα ανατολίτικο γιουσουρούμ κι από κει πάνω σ΄ένα τζάκι κάπου στην Μαύρη Θάλασσα. 

Στάχυα, βάζα, τριαντάφυλλα χώθηκαν με το ζόρι στις σακούλες, σε μένα έδωσε η μάνα μου τις πιο ελαφριές να κατεβάσω. Τότε κάδους ξεχωριστούς κάθε οικοδομή δεν είχε, τότε ακόμη δεν χωρίζαμε με τόση λύσσα, κανονισμούς και διαδικασίες θεσμοθετημένες ως και τα σκουπίδια μας από των απέναντι, δεν τρέμαν τόσο να ξεχυθούν στα πεζοδρόμια ως και τα άψυχα. 

Όχι βέβαια, σιγά μην είναι μασίφ“, εξεμάνη ο  Στράτος ο παλιατζής μπρος στο γυμνωμένο σύνθετο, την ξεκαρφωμένη πλάτη κρυμμένη μισόν αιώνα από Ρενουάρ και Μανέ, τους υπερήλικες ιστούς αράχνης στον τοίχο.

Χωρίς την σκιά του το σπίτι θέριεψε, ολοφάνερα ένα παράθυρο θα πρεπε να βρίσκεται στην θέση του, όχι “να αλλάξουμε” όχι. “Λιγάκι”.. Αυτό δεν ξανάκουσα από άνθρωπο τόσες φορές. 

Ατόφια στο μετά σώθηκαν μονάχα τα ασήμια, δίσκοι, το γλυκοδοχείο, κουταλάκια, πορσελάνες. Σκορπίσαν σε Αύγουστους και Μάρτηδες, στόλισαν καπλαμαδένιες προίκες, ένα σωρό “έπιπλα με δόσεις” γλύκαναν. Τα πιο πολλά ήδη στεγάζονται σε ράφια ΙΚΕΑ κι εκεί όχι μπροστά μπροστά. Κάπου να βρίσκονται, κάπου να φαίνονται, κάπου να μην φαίνονται, όλο και τα ξεφτίζουν τα σύνθετα, τα ράφια, ακόμη λίγο και χωρίς κάτι αληθινά βαρύ πάνω τους και με όλα τα παράθυρα χτισμένα θα τα σκορπίζει ο αέρας, δεν θα ΄χουμε που να ακουμπήσουμε τους Καρυωτάκηδες. Γι΄αυτό και μόνο. 

Να ΄ταν όλα κι όλα 15-20 κομμάτια, άντε 25. Πάντως ούτε 60, ούτε 70, ούτε καν 50+1.

Αρχικά ήθελα σε bullets να κατακερματίσω κι εγώ την αίσθησή μου από τον εκλογικό χάρτη, πρώτη φορά κοιτώντας τον χιλιάδες μίλια μακριά από την κιτρινόμαυρη θάλασσα που τον περιστοιχειώνει.  Αλλά δεν μ΄άρεσε με την παύλα μπροστά και την τελεία πίσω του το “ούτε του καφενείου οι εμφύλιοι με λιγάκι συγνώμες λήγουν ποτέ”, δεν ήξερα κι αν έπρεπε να μπει στο 1, το 2 ή 10 τo “δεν σε ρωτά το “ξες ποιοι είμαστε ρε?” πότε θα κατσικωθεί μέσα σου ό,τι ανακοινωθέν κι αν απ΄έξω σου απαγγέλεις” κι έτσι προτίμησα την δική μου παραμυθία.

Γιατί θεία Ειρήνη εγώ ποτέ δεν είχα κι αν είχα με αληθινά κεφαλαίο ούτε μια φορά την φωνάξαμε κι ένας-δυο Αγαθοκλήδες που συνάντησα όλους κι όλους στην ζωή μου κι αυτό από μακριά κι αγαπημένοι, πάνω από τον χαμηλότατο μέσο όρο ψηλή η αγαθοσύνη τους δεν αποδείχθηκε.Κι ούτε ψεύτικα, ούτε μουσαντένια είπε ποτέ η μάνα μου τα στάχυα, τα τριαντάφυλλα. “Τεχνητά” τα λέγαν τότε όλα όσα αληθινά δεν ήταν κι υπήρχε τόμος ξέχωρος “1921-1949”. Όποιος ήθελε, μια έτσι έκανε σε ασφάλειες καμένες, φουρκέτες, πιρουέτες και φραγκοδίφραγκα και τον έβρισκε. Αν ήθελε.

-Πρωτοδημοσιεύτηκε στο THE GREEK GLOUD -20/5/14-

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s