Ο Mίμης

001
Tόπος άγονο Αιγαίο, χρόνος μια ντουζίνα Αύγουστοι πίσω και κάτι ψιλά σε κέρματα. Σε τελειωμένα Coppertone, καρπούζια παγωμένα στα ρηχά, σε μακώ ταριχευμένα με δόξες και τιμές, αιωνία τους η μνήμη στον παράδεισο των ξεσκονόπανων.

Πολύ άγονο. Εκεί που σπόροι αληθινού πανηγυριού δεν φυτρώνουν προς χάρη καμιάς μεγαλόχαρης πάρα κάθε 3η νύχτα, για όσο μένει ανοιχτός ο καταπέλτης. Γιορτή το σκάρτο 10λεπτο, λόγος ύπαρξης για τα χιλιοασβεστωμένα με Camel παπούτσια του λιμενάρχη, όσο ξεφορτώνονται μπαγιάτικες εφημερίδες, εμφιαλωμένα, μπουλούκια νεοφερμένες φάτσες. ‘Ωριμες να κατακερματιστούν σε δίκλινα, χωριάτικες, έρωτες θερινούς.Σε ένα τέτοιο πανηγύρι τον γνωρίσαμε. Κάτω από το ένα και μοναδικό αρμυρίκι. Η φεγγαράδα ανάμεσα στα αραιά κλαδιά χόρευε πότε με στραγγισμένα τενεκεδάκια, νυσταγμένες ηλιοκαμένες γάμπες που νανουρίζονταν πάνω σε γόνατα, γέλια, τιραντάκια λουλουδένια και πότε χάριζε κι από μια φούρλα αντικριστή σε αλμυρά χαρακωμένα μέτωπα, γείσα ναυτικά που κουβέντα δεν τους έπαιρνες, δίχτυα και μαύρα μαντήλια αεικίνητα, σαν τους δίσκους που κουβαλούσαν.

“Ο Μίμης μας” έδειξε κατά τη μεριά του η Χαρούλα, ξενοδόχα – ταβερνιάρισα – περιπτερού – πρακτορείο εισιτηρίων, εξηγώντας λεπτομερώς το λάθος της μαμής.

Όποιος συγκεντρώνει πολλές ιδιότητες κατέχει -γενικά- το χάρισμα τόσο αναλυτικά να σου εξηγεί -γενικόλογα- το άδικο που ούτε ο ίδιος έχει κατανοήσει.

Δεν τον ξεχώριζες αμέσως έτσι όπως περπατούσε με προσηλωμένα τα χαρακτηριστικά στα βήματά του, όχι πριν αρχίσει να μιλά αδικαιολόγητα ηχηρά όπως συνήθως οι άνθρωποι με “Εύθραυστο Χ”.
Σε χωριό -γενικά- που αμέσως δεν ξεχωρίζεις τον τρελό του, όταν πιστέψεις πως τον βρήκες σοφότερο μια δεύτερη -γενικόλογη- ματιά να ρίξεις στον κατάλογο με τις αναπηρικές.

Πατημένα 45, κάπου εκεί στο μισητό μέσον και μπροστά να πας και πίσω να γυρίσεις σε στοίβες Χ θα σκοντάψεις, η βερμούδα πάντα με τσάκιση, “η θεία, αδερφή της μακαρίτισας της μάνας μου”.

Μαλλιά κατάμαυρα, τις πιο πολλές φορές μπλουζάκι μαύρο, σκούρο μπλε. “Δε μου πάει πολύ?” ρωτούσε και το κοιτούσε, χάϊδευε την NBA στάμπα σαν μπρος σε καθρέφτη. Και μήπως δεν είμασταν? Πολύ. Πολύ του πήγαινε. Όπως σε όλα τα εύθραυστα, τα Χ. Αδιάφανα, σκούρα, να καμουφλάρονται τα ραγίσματα.

Για δυο βδομάδες, όσο κράτησε μάτια ανοιχτά η αστική παρένθεση “τώρα εμείς διακοπεύουμε”, αλληλοκεραστήκαμε πολλά τενεκεδάκια, του Μίμη του άρεσε πολύ και το γλυκό κεράσι της Χαρούλας. Το απολάμβανε παραπάνω κι απ΄όσο εμείς τον μακρόσυρτο τρόπο που έφερνε στο στόμα την κάθε κουταλιά. Σαν “βαρκούλα” σε ταϊσμα παιδικό, τεχνάσματα, προληπτικά να ξεγελάνε το στανιό που αιτία δεν έχει. Αυστηρά ένα μόνο κεράσι στο κουτάλι -αφού πριν έλεγχε με την μύτη για κανένα αδέσποτο κουκούτσι- και μια στάλα σιρόπι τη φορά.
Σύμφωνα με την βιβλιογραφία όσο λαίμαργα περπατούσε, άρθρωνε, έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει και το κουτάλι αλλά μάλλον ήταν περίπτωση βαριά. Όσο πιο εύθραστα τα Χ σου, τόσο πιο ισορροπιστής γίνεσαι στα πήγαινε έλα τους, συνειδητός τρόμος μη κομματιαστούν και τα ύστερα από τα ακέραια μη πικρά σου. Γόνιμος τρόμος.

Στα περί επανάληψης αυτοποιημένων εκφράσεων, τυπικό δείγμα της συμπτωματολογίας. Δέκα “μάλιστα” διάσκορπα μέσα σε μια απολύτως λογική συννενόηση, ανελλιπώς “α ναι” αγχωμένο στο ξεκίνημα της διήγησης, “δεν βαριέσαι” ο κάθε επίλογος. Πιο αγχωμένο.

Παραμονές δεκαπενταύγουστου, η Χαρούλα στρίμωξε τα τραπεζάκια στο λιοπύρι της μισής τσιμεντένιας πλάκας που για τα δημοτικά τέλη αποτελούσε “πεζοδρόμιο”, όσο να ασπριστεί τέλεια η από κει μεριά, η καλή, η κάτω από το αρμυρίκι.

Συνήθως κι ένα ψάθινο καπέλο. Κι αυτό του πήγαινε πολύ.

Επί μέρες στα πηγαδάκια των ντόπιων, αντί για το ωράριο του αγροτικού ιατρείου, άκουγες αποκλειστικά εκείνο του παπά. Αντί για προπό, όπως σε ειρηνικές περιόδους, κατέστρωνε αγχωμένος στα στρατσόχαρτα της Χαρούλας το πρόγραμμα της μάχης, όλο έσβηνε κι όλο έγραφε, πως θα προλάβαινε καλύτερα 8 χωριά. Τον αγροτικό δεν είδα να τον ρωτήσει, σε όποιο χωριό -γενικά- δυσκολεύεσαι να ξεχωρίζεις τον τρελλό του, στο πόδι όλα τα προγράμματα -γενικώς-.

Ο Μίμης άκουγε, βαρύθυμος παρατηρούσε τον γιορτινό οργασμό, κάθε τόσο χάϊδευε παρατεταμένα το καπέλο του, σίγουρος να ΄ναι πως και κεφάλι και καπέλο βρίσκονταν στην θέση τους. “Ελλειπής βραχυπρόθεσμη μνήμη”. Πιο λογικό κι από τα λοκικότερα κι ας λένε ό,τι τους συμφέρει για να γεμίζουν τόμους οι βιβλιογραφίες. Ποιος θέλει χωρίς ανάσα να θυμάται πόσο γίνεται να καείς κάτω από την πολυτραγουδισμένη κάψα ενός και μόνο Αυγούστου.

“Μίμη θα ΄ρθεις αύριο να θειαφίσουμε τις ντομάτες?” του φώναξε ο παππάς, ούτε ματιά ούτε μολύβι ξεμακρύναν από την επί χάρτου εκστρατεία του.

Ήξερε από αυτά, πότε στον έναν πότε στον άλλον, από κει έβγαζε έλεγε τα “παραπανίσια του”. Τακούνια τρεμάμενα για το μπόι της καχεκτικής αναπηρικής, της αγροτικής της θείας, ίσα να προσεγγίζουν στην ευθεία τα “αναγκαία”.

Έγνεψε καταφατικά μπουκωμένος με το τελευταίο κεράσι κι απρόβλεπτα εκσφενδόνισε το κουτάλι με όλη του την δύναμη. 45 πατημένα. Το άδειο γυαλί χοροπήδησε πάνω στο σιδερένιο μπλε, λίγο σιρόπι μάτωσε το αστραφτερό φρεσκοβαμμένο τσιμέντο.

Με τα μάτια ρωτήσαμε, με την ψυχή απολογήθηκε. Λογικό. Υπερβολική ή ελαττωμένη ευαισθησία σε στοματοπροσωπικά ερεθίσματα. Κάποτε να θυμήσουμε στις βιβλιογραφίες να μας ενημερώσουν ποιος μετράει.

“Αύγουστος αύγουστος, κάθε χρόνο, κάθε χρόνο.. Βαρέθηκα..”.

Τα γέλια αντήχησαν ως τις ασπρισμένες ξερολιθιές του απέναντι βράχου, ο παππάς τον κοίταξε χολωμένος, μπορεί κι επειδή του θύμησε πως κι εκεί έπρεπε να πάει, η Χαρούλα ξεμύτισε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της και ξαναπήρε γρήγορα την μυρωδιά της τηγανίλας στο κατόπι. Μέχρι το λάθος μιας μαμής τα έβγαζε πέρα, μα με τόσων ως και η δική της ημιμάθεια ύψωνε λευκή σημαία.

Γελάσαμε κι εμείς, γέλασε κι εκείνος.
Kαλά θα ήταν και πικρότερα να γελάει ο τελευταίος, μα ή ολοφάνερα εύθραυστα θα ΄ναι τα Χ σου ή μεταμφιεσμένα ατσάλινα, όλα δικά σου δεν γίνεται.

Όσο αβγατίζουν τα Αυγουστιάτικα κέρματα στην τσέπη της ιστορίας, τα ψιλά της σε ζουληγμένα έως θανάτου Coppertone, όσο θολώνουν, χλιαραίνουν τα ρηχά και ανοστεύουν τα καρπούζια, ξεμακραίνουν οι αποχρώσεις.
Όρκο δεν παίρνω πια ότι ήταν ψάθινο το καπέλο, αν εκείνος έπαιρνε την αναπηρική και η θεία την αγροτική ή ανάποδα.

Όσο βαθύτερα υποχρεώνομαι να φτάνω στην ανασκαφή για την πόζα μιας ψάθας κρατημένης με πέτρα, όλο και ξεμακραίνει η μορφή, μόνο η φωνή θεριεύει, ο ήχος του κουταλιού στο γυαλί πριν γίνει θρύψαλλα σαν να έρχεται από διπλανές ξαπλώστρες, μπαλκόνια μεσοτοιχίες. “…Κάθε χρόνο.. κάθε χρόνο. Βαρέθηκα..”

Πολλές φορές, τις πιο σημαντικές φορές, η μόνη διαφορετικότητα, όλες οι διαφωνίες σου με καθισμένους σε άλλα παραπετάσματα, πίσω από κείνα τα νοητά συρματοπλέγματα που χωρίζουν την άμμο σε τμήματα “πόσα καλοκαίρια μου”, δεν συμπυκνώνεται παρά σε ένα τόσο δα νούμερο.
(λίγες ντουζίνες Αύγουστοι + κάμποσα εύθραυστα – ήδη λυμένα Χ).
Η μόνη διαφορά.
Πολλές φορές, τις πιο σημαντικές φορές, δεν είναι που δεν πείθεις ότι τα πιο σπουδαία Χ όλα ίδια κι όλα λυμένα εξαρχής κι ερήμην σου, είναι που δεν πείθεσαι.

Όσο γενικά κι όσο ειδικά θες, ομιλώντας..

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο THE GREEK GLOUD 22/7/14

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s